Untitled design (1)

Aναλυτικό Πλαίσιο του ELDERWISE (B’ μέρος)

Σε συνέχεια, παρατίθεται το δεύτερος μέρος του αναλυτικού πλαισίου του ELDERWISE, μέσω του οποίου ολοκληρώνεται η εκτενής βιβλιογραφική ανασκόπηση και το θεωρητικό υπόβαθρο του.

5. Εννοιολόγηση γήρανσης και τρίτης ηλικίας 

Η γήρανση συνιστά μια πολύπλευρη και σύνθετη διαδικασία η οποία αποτελεί ένα καθολικό και  αναπόφευκτο φαινόμενο για τον άνθρωπο. Ο Harman (1956) υποστηρίζει ότι η γήρανση είναι αποτέλεσμα της προοδευτικής συσσώρευσης αλλαγών στο σώμα, οι οποίες συντελούνται με την πάροδο του χρόνου και προκαλούν αυξημένη πιθανότητα ασθενειών. Οι Hooyman και Kiyak (2023) εννοιολογούν τη γήρανση ως το τελικό στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης. Εναλλακτικά, η γήρανση περιγράφεται ως η συνολική διαδικασία των μεταβολών στη λειτουργία ιστών και κυττάρων που επέρχονται με την πάροδο του χρόνου, επηρεαζόμενες από αναπτυξιακούς, περιβαλλοντικούς και κληρονομικούς παράγοντες (Ferrucci et al., 2019). Η διεργασία της γήρανσης είναι μια εκφυλιστική διαδικασία που προκαλείται από συσσωρευμένη βλάβη που οδηγεί σε μεταβολές στην κυτταρική λειτουργία, την ανεπάρκεια του ιστού και, εν τέλει, στο θάνατο. Είναι ρυθμιζόμενη και εν μέρει γενετικά καθορισμένη διεργασία η οποία όμως επηρεάζεται σημαντικά από περιβαλλοντικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες (Hooyman & Kiyak, 2023:63).

Σύμφωνα με τους Hooyman και Kiyak (2023), η γήρανση συνίσταται σε τέσσερις διαδικασίες: α) η χρονολογική γήρανση είναι η γήρανση βάσει των ετών που έχει ζήσει το άτομο από τη γέννηση του. Σχετίζεται δηλαδή με την ηλικία του ατόμου. β) Η βιολογική γήρανση σχετίζεται με τις φυσιολογικές μεταβολές που μειώνουν την αποτελεσματικότητα των οργανικών συστημάτων και τις αλλαγές σε κυτταρικό επίπεδο. γ) Η ψυχολογική γήρανση σχετίζεται με τις «μεταβολές σε επίπεδο αισθητηριακών, αντιληπτικών και νοητικών διεργασιών, της ικανότητας προσαρμογής, της προσωπικότητας και των συναισθημάτων» (Hooyman & Kiyak, 2023: 2). Και η κοινωνική γήρανση αφορά τους μεταβαλλόμενους ρόλους και σχέσεις του ατόμου με την οικογένεια του, τους φίλους και το υποστηρικτικό του δίκτυο.

Η πολυπλοκότητα των διαδικασιών γήρανσης έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη θεωρητικών προσεγγίσεων οι οποίες επιχειρούν να κατανοήσουν πώς εξελίσσεται η γήρανση και γιατί συμβαίνουν οι εν λόγω αλλαγές (Baltes & Baltes, 1990, Bengtson & Schaie, 1999, Birren & Bengtson, 1988, Calasanti, 2010, Hayflick, 1998). Οι θεωρίες μπορούν να διαχωριστούν σε τέσσερις κύριες κατηγορίες: βιολογικές οι οποίες εστιάζουν στους μηχανισμούς φθοράς και τη λειτουργία του οργανισμού· ψυχολογικές οι οποίες μελετούν τις γνωστικές, συναισθηματικές και προσαρμοστικές αλλαγές· κοινωνιολογικές οι οποίες αναλύουν τους κοινωνικούς ρόλους, τις σχέσεις και τους θεσμούς· και δημογραφικές οι οποίες εξετάζουν τα μοτίβα πληθυσμιακής γήρανσης και τις αλλαγές στη διάρκεια ζωής.

Οι βιολογικές θεωρίες επικεντρώνονται στους μηχανισμούς του οργανισμού που οδηγούν στη φθορά και στη μείωση της λειτουργικότητας με την πάροδο του χρόνου. Η βασική τους διάκριση είναι σε θεωρίες με γενετικό προγραμματισμό και σε θεωρίες μη προγραμματισμένες ή θεωρίες βλάβης. Στις προγραμματισμένες θεωρίες, η γήρανση θεωρείται προδιαγεγραμμένη από γενετικούς μηχανισμούς ή βιολογικά ρολόγια που καθορίζουν τη διάρκεια ζωής των κυττάρων και του οργανισμού (Gonidakis & Longo, 2009). Ενώ οι θεωρίες βλάβης ή τυχαίας φθοράς υποστηρίζουν ότι η γήρανση προκύπτει από τη συσσώρευση βλαβών λόγω μεταβολικών διεργασιών, οξειδωτικού στρες, αποτυχιών στην επιδιόρθωση DNA ή περιβαλλοντικών παραγόντων (Bjorksten, 1968⋅Harman, 1956). Η γήρανση προσεγγίζεται ως φυσική και αντικειμενική διαδικασία.

Οι ψυχολογικές θεωρίες επικεντρώνονται στις μεταβολές σε γνωστικό, συναισθηματικό και προσαρμοστικό επίπεδο. Η ψυχαναλυτική οπτική του Jung προτείνει την αναζήτηση νοήματος μέσω της εσωστρέφειας και της προετοιμασίας για τη μετά θάνατο ζωή (Hooyman & Kiyak, 2023: 179). Παράλληλα, η θεωρία των οκτώ σταδίων ανάπτυξης του Erikson  αντιμετωπίζει τη γήρανση ως το στάδιο της «Ακεραιότητας του Εγώ έναντι της απελπισίας», όπου το άτομο καλείται να βρει νόημα και να αποδεχθεί τη ζωή του και τον εαυτό του (Hooyman & Kiyak, 2023: 178). Αναδεικνύεται η γήρανση ως στάδιο δημιουργικής εξέλιξης  και εσωτερικού αναστοχασμού.

Οι κοινωνιολογικές θεωρίες εξετάζουν πώς οι κοινωνικές δομές, οι ρόλοι, οι θεσμοί και οι πολιτισμικές αξίες επηρεάζουν την εμπειρία της γήρανσης. Οι θεωρίες αυτές εξετάζουν τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ της γήρανσης και της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής δομής, επικρίνοντας την εστίαση στην απλή περιγραφή των δραστηριοτήτων και των τρόπων ζωής των ηλικιωμένων (Estes & Binney, 1989). Aσχολούνται με την ικανοποίηση του ατόμου από τη ζωή σε συνάρτηση με παράγοντες όπως η υγεία, η φτώχεια, η συνταξιοδότηση (Biggs & Powell, 2001).

Οι δημογραφικές θεωρίες εξετάζουν τη γήρανση ως μεταβολή στη δομή και τη σύνθεση του πληθυσμού. Μελετούν πώς οι δημογραφικές μεταβολές — γεννήσεις, θάνατοι και μετανάστευση — επηρεάζουν και διαμορφώνουν τη δημογραφική δομή μιας κοινωνίας. Η δημογραφική γήρανση, δηλαδή η αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων σε συνδυασμό με τη μείωση των γεννήσεων ή της ανανέωσης του πληθυσμού, αποτελεί βασικό αντικείμενο έρευνας, καθώς έχει σημαντικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις (Κοτζαμάνης, 1996 & 2021).

Με βάση αυτήν την επισκόπηση, το ερευνητικό έργο θα επικεντρωθεί στις κοινωνιολογικές θεωρίες της γήρανσης. Η κοινωνιολογική ανάλυση της γήρανσης επιτρέπει την κατανόηση όχι μόνο των ατομικών εμπειριών, αλλά και των κοινωνικών μηχανισμών που τις διαμορφώνουν και τις αναπαράγουν. Μέσα από αυτήν την προσέγγιση, η γήρανση εξετάζεται στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό πλαίσιο, αναδεικνύοντας πώς οι δομές, οι θεσμοί και οι κοινωνικοί ρόλοι επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των ηλικιωμένων. Σε αντίθεση με τις βιολογικές προσεγγίσεις, που εστιάζουν στην αντικειμενικότητα, τη φυσικότητα και την ασθένεια, η κοινωνιολογική θεώρηση δίνει έμφαση στις εμπειρίες, τις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο. Το έργο ELDERWISE θα αξιοποιήσει αυτήν την οπτική για να μελετήσει την καθημερινή εμπειρία των μελών του οικοσυστήματος φροντίδας ηλικιωμένων.

Η κοινωνιολογική ανάλυση της γήρανσης περιλαμβάνει κλασικές θεωρίες προσαρμογής, όπως η θεωρία των ρόλων και η θεωρία της δραστηριοποίησης, μακρο-κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, όπως η πολιτική οικονομία της γήρανσης και η θεωρία ηλικιακής διαστρωμάτωσης, καθώς και ερμηνευτικές και κριτικές θεωρίες, όπως η κοινωνική φαινομενολογία, ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός και η φεμινιστική γεροντολογία.

Ο Πίνακας 2 ακολουθεί μια χρονική αποτύπωση των θεωρητικών προσεγγίσεων, η οποία αναδεικνύει τη σταδιακή μετατόπιση της γεροντολογικής σκέψης: από την εστίαση στο άτομο και την προσαρμογή του, προς την ανάλυση δομικών παραγόντων και διαδραστικών κοινωνικών διαδικασιών που διαμορφώνουν τη γήρανση  (Hooyman & Kiyak, 2023: 271). Παράλληλα, καταγράφεται η μεθοδολογική μετάβαση από κυρίως ποσοτικές προσεγγίσεις σε ποιοτικές και μικτές μεθόδους.

 Πίνακας 2: Η χρονική ακολουθία των θεωριών γήρανσης ανά φάση τροποποίησης 

Κοινωνικές Θεωρίες Γήρανσης  Σημεία εστίασης 
Θεωρία Ρόλων (Role Theory) Το άτομο υιοθετεί πολλαπλούς ρόλους καθ’ όλη τη ζωή. Η προσαρμογή στη γήρανση εξαρτάται από τον τρόπο διαχείρισης των αλλαγών στους ρόλους.
Θεωρία Δραστηριοποίησης (Activity Theory) Η συμμετοχή σε δραστηριότητες συνδέεται με μεγαλύτερη ικανοποίηση, θετική αυτοαντίληψη και επιτυχημένη προσαρμογή.

Α Φάση Τροποποίησης 

Θεωρία Απεμπλοκής (Disengagement Theory) Μείωση των επιπέδων δραστηριοποίησης, ανάληψη πιο παθητικών ρόλων και λιγότερη κοινωνική αλληλεπίδραση.
Θεωρία Γηρο-υπέρβασης (Gerotranscendence) Μετατόπιση από υλιστική και ορθολογική σε υπερβατική και στοχαστική προσέγγιση ζωής, εσωτερικός αναστοχασμός και ολοκλήρωση του εαυτού.
Θεωρία της Συνέχειας (Continuity Theory) Τα βασικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας και συμπεριφοράς παραμένουν σταθερά, διαμορφώνοντας τη γήρανση.

Β Φάση Τροποποίησης 

Θεωρία Ηλικιακής διαστρωμάτωσης (Age Stratification) Οργάνωση ατόμων σε ηλικιακά στρώματα και διαφοροποίηση ως προς στάδιο ζωής και ιστορικές εμπειρίες.
Θεωρία Κοινωνικής Ανταλλαγής (Social Exchange Theory) Η ισορροπία κόστους και οφέλους στις σχέσεις καθορίζει κοινωνική αξία και προσωπική ικανοποίηση.
Πολιτική Οικονομία της γήρανσης (Political Economy of Aging) Ανάλυση των δομικών χαρακτηριστικών του καπιταλισμού και των κοινωνικών ανισοτήτων που περιθωριοποιούν ηλικιωμένους.
Οπτική της Πορείας Ζωής (Life Course Perspective) Έμφαση στον ιστορικό χρόνο, συγχρονισμό γεγονότων, αλληλεξάρτηση ζωών και επιλογές μέσα σε διαθέσιμα πλαίσια.

Γ Φάση Τροποποίησης 

Κοινωνικός Κονστρουκτιβισμός Η γήρανση ορίζεται ως πρόβλημα περισσότερο από την κοινωνία παρά από τη βιολογία. (Κοινωνική κατασκευή)
Κοινωνικός Κονστρουξιονισμός Ασχολείται με τον τρόπο που τα άτομα βιώνουν και νοηματοδοτούν τη διαδικασία της γήρανσης (Ψυχολογική κατασκευή)
Κριτική θεωρία Αποδόμηση βιοϊατρικού μοντέλου, επίδραση κοινωνικής τάξης και ανισοτήτων στη γήρανση.
Φεμινιστική οπτική Ανάλυση φύλου, άνιση πρόσβαση σε πόρους, ευαλωτότητα ηλικιωμένων γυναικών.
Queer Προσέγγιση Ανάλυση σεξουαλικότητας, φύλου, φυλής, τάξης, χρόνου, για πολλαπλές εμπειρίες γήρανσης.

 

Η πρώιμη κοινωνική θεωρία της γήρανσης οργανώθηκε γύρω από την έννοια της τροποποίησης ή της προσαρμογής. Αναγνωρίστηκε ως λειτουργική γεροντολογία λόγω της έμφασης στις ατομικές συνέπειες της απώλειας ρόλων (Hooyman & Kiyak, 2023). Η γήρανση ταυτίστηκε με προβλήματα προσαρμογής που δημιουργούνται στο άτομο εξαιτίας των μεταβολών στη όψιμη ζωή (Hooyman & Kiyak, 2023).

Ακολουθεί η πρώτη φάση τροποποίησης των θεωριών, η οποία εστιάζει στην προσαρμογή του ατόμου στις αλλαγές που συνοδεύουν τη γήρανση. Σύμφωνα με τους Hooyman & Kiyak (2023), σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι θεωρίες απεμπλοκής, γηρο-υπέρβασης και συνέχειας.

Καθώς οι κοινωνικές θεωρίες της γήρανσης εξελίχθηκαν μετά τη δεκαετία του 1960, η ανάλυση μετατοπίστηκε από το ατομοκεντρικό σε ένα μακροσκοπικό, δομικό, επίπεδο. Η γήρανση άρχισε να εξετάζεται ως κοινωνικό φαινόμενο, διαμορφωμένο από τις επιδράσεις της κοινωνικής δομής (Bengtson et al., 2009). Οι Hooyman και Kiyak (2023:281) χαρακτηρίζουν αυτές τις προσεγγίσεις ως εναλλακτικές θεωρητικές οπτικές, οι οποίες περιλαμβάνουν τις θεωρίες ηλικιακής διαστρωμάτωσης (age stratification), κοινωνικής ανταλλαγής (social exchange), πολιτική οικονομία της γήρανσης (political economy of aging) και η οπτική της πορείας ζωής (life course perspective)

Η δεύτερη φάση τροποποίησης των κοινωνικών θεωριών της γήρανσης επικεντρώνεται στην κοινωνική φαινομενολογία. Αυτή η προσέγγιση δίνει έμφαση στα ανθρώπινα νοήματα της κοινωνικής ζωής μέσα στο πλαίσιο της καθημερινότητας, αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στις αντικειμενικές ερμηνείες των γεγονότων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η κατανόηση των ατομικών διαδικασιών γήρανσης, οι οποίες διαμορφώνονται και επηρεάζονται από κοινωνικούς ορισμούς και δομές (Bengtson et al., 2009). Ακολουθώντας το σχήμα των Hooyman και Kiyak (2023), στην κατηγορία αυτή εντάσσονται ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός, ο κοινωνικός κονστρουξιονισμός, η  κριτική θεωρία, η φεμινιστική οπτική και η queer προσέγγιση.

Τέλος, η μεταμοντέρνα γεροντολογία εστιάζει στην πολιτισμική και κοινωνική διάσταση της γήρανσης, τονίζοντας την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην πολυπλοκότητα του γηράσκοντος σώματος και στο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό βιώνεται. Η γήρανση νοείται ως βιωμένη εμπειρία, η οποία διαμορφώνεται δυναμικά μέσα από τις καθημερινές πρακτικές, τους πολιτισμικούς λόγους και τις κοινωνικές σχέσεις (Hooyam & Kiyak,2023:293). Το γηράσκον σώμα αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως βιολογική οντότητα, αλλά ως κοινωνική και πολιτισμική πρακτική που συγκροτείται και ανακατασκευάζεται στη διάρκεια της ζωής.

Στο έργο ELDERWISE, οι θεωρητικές προσεγγίσεις της κριτικής θεωρίας, της φεμινιστικής οπτικής και της πολιτικής οικονομίας της γήρανσης θα συνδυαστούν για να αναλυθεί η γήρανση μέσα από ένα πρίσμα κοινωνικών δομών και πρακτικών με έμφαση στη διάσταση φύλου αλλά και με διαθεματικές προσεγγίσεις οι οποίες ενσωματώνουν άλλες μορφές καταπίεσης. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει την κατανόηση της εμπειρίας των ηλικιωμένων ως αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων μεταξύ υποκειμένου, κοινωνικών δομών και ευρύτερων πολιτικο-οικονομικών πλαισίων. Παράγοντες όπως η κοινωνική τάξη, το φύλο, και η εθνοτική καταγωγή επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η γήρανση. Συνεπώς, δεν υπάρχει μια ενιαία εμπειρία γήρανσης· η σημασία έγκειται στο ποιος μιλάει, ποιες φωνές ακούγονται και ποιες εμπειρίες καθίστανται ορατές ή παραμένουν αόρατες μέσα στις κυρίαρχες κατηγοριοποιήσεις.

Κεντρική θέση στη συζήτηση για τη γήρανση κατέχει η έννοια της ενεργού γήρανσης, όπως διατυπώθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας: πρόκειται για «τη διαδικασία βελτίωσης των ευκαιριών για υγεία, συμμετοχή και ασφάλεια με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων καθώς γηράσκουν» (WHO, 2002: 12). Η έννοια αυτή επικεντρώνεται στη διασφάλιση ποιοτικής ζωής για όλα τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι ευάλωτα, ανάπηρα ή χρειάζονται υποστήριξη στις βασικές καθημερινές δραστηριότητες. Στο πλαίσιο των πολιτικών γήρανσης, το μοντέλο της επιτυχούς γήρανσης στηρίζεται σε τρεις βασικές διαστάσεις: αποφυγή ασθένειας και αναπηρίας, διατήρηση υψηλής γνωστικής και σωματικής λειτουργικότητας και ενεργή συμμετοχή στην κοινωνική ζωή (Hooyman & Kiyak, 2023:187). Η προσέγγιση αυτή μετατοπίζει τη σκέψη για τη γήρανση από την αντίληψη μιας περιόδου παθητικότητας σε μια περίοδο συνεχούς συμμετοχής στην οικογένεια, την κοινότητα, το εργατικό δυναμικό και τη δημόσια ζωή.

Παράλληλα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει την υγιή γήρανση ως «τη διαδικασία ανάπτυξης και διατήρησης της λειτουργικής ικανότητας που επιτρέπει την ευημερία σε προχωρημένες ηλικίες» (WHO, 2020). Η λειτουργική ικανότητα αναφέρεται στη δυνατότητα του ατόμου να ικανοποιεί βασικές ανάγκες, να μαθαίνει, να λαμβάνει αποφάσεις και να προσαρμόζεται, να διατηρεί την κινητικότητά του, να αναπτύσσει και να διατηρεί κοινωνικές σχέσεις, καθώς και να συμβάλλει στην κοινωνία (Καραμεσίνη, 2025: 30). Σε διεθνές επίπεδο, τα Ηνωμένα Έθνη [1]υλοποιούν το πρόγραμμα για την Υγιή Γήρανση 2021–2030, το οποίο εστιάζει σε τέσσερις κύριους άξονες δράσης: τη δημιουργία περιβαλλόντων φιλικών προς τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, την αντιμετώπιση του ηλικιακού ρατσισμού, την ανάπτυξη ολοκληρωμένων συστημάτων φροντίδας και την ενίσχυση της μακροχρόνιας υποστήριξης.

Το μοντέλο της ενεργού και υγιούς γήρανσης έχει δεχθεί έντονη κριτική. Προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με τον προσδιορισμό της αναπηρίας, ενώ η έμφαση στην συνεχή δραστηριότητα ενδέχεται να προωθεί πρότυπα κατανάλωσης και να ευνοεί τις βιομηχανίες ευεξίας και ομορφιάς. Επιπλέον, εγείρεται η ανησυχία ότι ένα στενό πολιτισμικό πρότυπο —του λευκού, μεσήλικα, μεσοαστού και διαρκώς παραγωγικού ατόμου— παρουσιάζεται ως καθολικό ιδανικό για όλα τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.

Αναφορικά με την ορολογία του ερευνητικού έργου, η γήρανση συνδέεται άμεσα με τη χρονολογική ηλικία, καθιστώντας αναγκαία την αναγνώριση των διακριτών ηλικιακών σταδίων. Οι Riley και Riley (1994) προτείνουν τη διαίρεση των ηλικιωμένων σε τρεις κατηγορίες με βάση τη χρονολογική ηλικία: νεαρά άτομα μεγάλης ηλικίας (65–74 ετών), άτομα μεγάλης ηλικίας (7584 ετών) και υπερήλικες (85 ετών και άνω). Αντίστοιχα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (2015) ορίζει τις ηλικιακές κατηγορίες ως εξής: «νέοι-ηλικιωμένοι» 65–74 ετών, «ηλικιωμένοι» 75–84 ετών και «τέταρτη ηλικία» ή «υπερήλικες» 85 ετών και άνω.

Παράλληλα, οι κοινωνίες, μέσω τυπικών και άτυπων διαδικασιών, κατηγοριοποιούν τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας με βάση τους διαθέσιμους πόρους και τον βαθμό συμμετοχής τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή (Hooyman & Kiyak, 2023:46). Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται όσοι συνεχίζουν να συμβάλλουν ενεργά, είτε μέσω επαγγελματικής δραστηριότητας είτε μέσω άτυπων μορφών προσφοράς, όπως η φροντίδα απογόνων. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει άτομα που έχουν αποχωρήσει από την παραγωγική διαδικασία αλλά παραμένουν σε θέση να διαχειρίζονται τις καθημερινές τους ανάγκες με αυτονομία. Τέλος, η τρίτη κατηγορία αφορά τα άτομα που εμφανίζουν σημαντική λειτουργική εξάρτηση και απαιτούν συστηματική φροντίδα, συχνά αντιμετωπιζόμενα κοινωνικά ως «φορτίο» ή «βάρος» (Hooyman & Kiyak, 2023:46).

Η διασταύρωση της ηλικίας με άλλους κοινωνικούς παράγοντες υπογραμμίζει ότι οι ηλικιακές ταξινομήσεις δεν απεικονίζουν απλώς βιολογικά στάδια, αλλά ενσωματώνουν κοινωνικές ιεραρχίες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτείται η γήρανση. Γι’ αυτό, όροι όπως «άτομα τρίτης ηλικίας» ή «ηλικιωμένοι» συνδέονται συχνά με αρνητικά στερεότυπα και μπορεί να ενισχύουν προκαταλήψεις σχετικά με την ηλικία. Ο όρος Άτομα Μεγαλύτερης Ηλικίας (ΑΜΗ) κερδίζει προτίμηση, καθώς θεωρείται λιγότερο στιγματιστικός και αναδεικνύει την ποικιλία των εμπειριών της γήρανσης (Hooyman & Kiyak, 2023:5). Στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου, θα υιοθετηθεί αυτή η ορολογία για σαφή και συνεκτική αναφορά εφεξής.

6. Η προσέγγιση της τρίτης ηλικίας από τη σκοπιά της Θεωρίας Κοινωνικής Αναπαραγωγής

Το αναλυτικό πλαίσιο επιδιώκει τη σύνδεση της τρίτη ηλικίας με τη Θεωρία της Κοινωνικής Αναπαραγωγής. Η φροντίδα Ατόμων Μεγαλύτερης Ηλικίας (ΑΜΗ) αποτελεί έναν τομέα όπου η κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής γίνεται ιδιαίτερα εμφανής.

Στις χώρες του Παγκόσμιου Βορρά, η αύξηση της διάρκειας ζωής και η μείωση των γεννήσεων δημιουργούν γηράσκουσες κοινωνίες, όπου οι ενήλικες συχνά επιβαρύνονται με δυσβάσταχτες φροντίδες, εν μέσω αυξανόμενων εργασιακών και κοινωνικών απαιτήσεων. Παράλληλα, η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην έμμισθη εργασία, η  αστικοποίηση και η διάλυση υποστηρικτικών δικτύων οδηγούν σε απομόνωση και περιορισμένες μορφές αλληλοβοήθειας. Όπως επισημαίνει η Federici (2020), τα οφέλη της επιμήκυνσης της ζωής επισκιάζονται από τη μοναξιά, την ευαλωτότητα και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συγκρούεται με την ποιότητα της ζωής μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία.

Ταυτόχρονα, η φροντίδα των ηλικιωμένων παραμένει η λιγότερο εκτιμημένη μορφή αναπαραγωγικής εργασίας. Η Federici (2020) υπογραμμίζει ότι η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής δεν προκύπτει από τη δημογραφική γήρανση καθαυτή, αλλά από την καπιταλιστική απαξίωση της αναπαραγωγικής εργασίας και από την κατηγοριοποίηση των ηλικιωμένων ως «μη παραγωγικών». Τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας λογίζονται ως βάρος για την οικονομία και την κοινωνία καθώς κρίνεται ότι «απορροφούν αξία χωρίς να την παράγουν» (Federici, 2020: 269). Παράλληλα, η νεοφιλελεύθερη λογική επιμένει ότι η αναπαραγωγή αποτελεί προσωπική ευθύνη, ενώ διατηρείται ο μύθος ότι οι ηλικιωμένοι δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να είναι «παππούδες και γιαγιάδες». Σε πολλές προκαπιταλιστικές κοινωνίες όμως αντιμετωπίζονταν ως πολύτιμα μέλη της κοινότητας, θεματοφύλακες της συλλογικής μνήμης και εμπειρίας (Federici, 2020: 269).

Η προσέγγιση της τρίτης ηλικίας μέσα από τη ΘΚΑ αποκαλύπτει πώς ο καπιταλισμός παράγει δομικά ανισότητες στην κατανομή πόρων και υποστήριξης (Estes et al., 2003: 48). Το τι θεωρείται εργασία εξαρτάται τόσο από το φύλο του ατόμου όσο και από το πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιείται. Συγκεκριμένα, παραδοσιακά οι δραστηριότητες των ανδρών θεωρούνται εργασία στην επίσημη αγορά, ενώ οι αντίστοιχες γυναικείες συχνά αναγνωρίζονται ως φροντίδα ή αγάπη, είτε πραγματοποιούνται στο σπίτι είτε στην αθέατη οικονομική σφαίρα (Estes, Biggs & Phillipson, 2003:48).Συνεπώς, αναδεικνύεται η έμφυλη διάσταση της φροντίδας καθώς κατά κύριο λόγο ανατίθενται οι υπηρεσίες φροντίδας σε γυναίκες: απλήρωτα μέλη της οικογένειας με ηθική και ψυχολογική πίεση, σε μετανάστριες οι οποίες αφήνουν πίσω τις δικές τους οικογένειες, υποβάλλονται σε ψυχική και σωματική καταπόνηση και αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους (Stark, 2005, Kotsadam, 2011).

Η έμφυλη οπτική είναι κρίσιμη τόσο για τις παρόχους φροντίδας όσο και για τους/τις λήπτες/λήπτριες. Οι μοναχικές γυναίκες υπερβαίνουν αριθμητικά τους άνδρες στην τρίτη ηλικία όχι μόνο για βιολογικούς λόγους, αλλά και ως αποτέλεσμα πατριαρχικών κοινωνικών συμβάσεων στους ετεροκανονικούς γάμους καθώς οι άνδρες παντρεύονται νεότερες γυναίκες ή έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να προχωρήσουν σε δεύτερο γάμο μετά από διαζύγιο.

Αν ληφθούν υπόψη οι διαφορές στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και η πρόσβαση σε σταθερή απασχόληση, που αποτελούν επίσης συνέπεια της αυξημένης φροντιστικής ευθύνης των γυναικών (Kotsadam, 2011), τότε οι γυναίκες ενώ παρέχουν περισσότερη φροντίδα, άμισθη και έμμισθη, λαμβάνουν λιγότερη φροντίδα από τους συντρόφους τους, κυρίως λαμβάνουν άμισθη φροντίδα από άλλες γυναίκες συγγενείς εκτός των συντρόφων και είναι πιο πιθανό να πληρώνουν για φροντίδα, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν λιγότερους οικονομικούς πόρους (Stark, 2005).

Επίσης, η συζήτηση για τη συνταξιοδότηση και τις συντάξεις συχνά περιορίζεται στις συνθήκες φροντίδας χωρίς να περιλαμβάνει τα συστήματα υποστήριξης για τους ανθρώπους που μεγαλώνουν και για όσες τους φροντίζουν, ανεξάρτητα από το αν εργάζονται επ’ αμοιβή ή όχι. Εφόσον η αναπαραγωγική εργασία δεν αναγνωρίζεται επίσημα ως εργασία, οι γυναίκες που παραμένουν νοικοκυρές πλήρους απασχόλησης μπορούν να αποκτήσουν συνταξιοδοτικά δικαιώματα μόνο μέσω της έμμισθης εργασίας του συζύγου τους. Σε περίπτωση διαζυγίου, ωστόσο, δεν κατοχυρώνονται αντίστοιχα δικαιώματα. Όσο περισσότερο φροντίζουν οι γυναίκες τα άλλα μέλη της οικογένειας, τόσο μειώνεται η φροντίδα που λαμβάνουν οι ίδιες, καθώς τα κριτήρια για την παροχή συνταξιοδοτικής προστασίας επικεντρώνονται αποκλειστικά στην έμμισθη εργασία. Παράλληλα, η φροντίδα θεωρείται κοινωνικά ως προαιρετικό στάδιο της ζωής, ακριβώς λόγω της καπιταλιστικής υποτίμησης της αναπαραγωγικής εργασίας, αντί να αναγνωρίζεται ως κρίσιμη συλλογική διαδικασία.

Η ΘΚΑ αναδεικνύει τις ανισότητες στη φροντίδα και υπογραμμίζει ότι η αναγνώριση και η αξιολόγηση της αναπαραγωγικής εργασίας αποτελούν παράγοντες κομβικής σημασίας για την ενδυνάμωση των ατόμων που εργάζονται στον τομέα αυτόν. Το αναλυτικό πλαίσιο της ΘΚΑ και η εστίαση στην τρίτη ηλικία επιτρέπουν στο έργο ELDERWISE να επικεντρωθεί στην καταπολέμηση των ανισοτήτων στη φροντίδα, καλύπτοντας τόσο τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, τις παρόχους φροντίδας με αμοιβή και μέλη του οικογενειακού περιβάλλοντος που συντονίζουν το οικοσύστημα φροντίδας Η συμπερίληψη αυτών των διαφορετικών μερών αναγνωρίζει τους ανταγωνισμούς: ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας – που προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν το κόστος φροντίδας- και τις φροντίστριες, καθώς και την αμφισημία της φροντίδας – ανάμεσα στην αγάπη/νοιάξιμο και την εργασιακή υποτίμηση. Η συλλογική διαπραγμάτευση με στόχο την αναδιοργάνωση αυτών των ανταγωνισμών αναγνωρίζοντας τις διαφορετικές ανάγκες και στρατηγικές ενδυνάμωσης κάθε πλευράς αποτελεί βασική πρόκληση και πεδίο στο οποίο φιλοδοξεί να συμβάλει το έργο ELDERWISE.

Η προσέγγιση αυτή προωθεί την πολιτικοποίηση της φροντίδας και την υπέρβαση της απαξιωτικής αναπαράστασης των ηλικιωμένων ως οικονομικού βάρους ή της φροντίδας ως προαιρετικού σταδίου της ζωής. Ταυτόχρονα, ενισχύει τη διαγενεακή και ταξική αλληλεγγύη, προβάλλοντας τη φροντίδα ως κρίσιμη, συλλογική και κοινωνική διαδικασία. Η τεχνολογική καινοτομία μπορεί να υποστηρίζει τη φροντίδα, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις κοινωνικές σχέσεις ούτε τη σημασία της αναπαραγωγικής εργασίας. Η καταπολέμηση των ανισοτήτων απαιτεί αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις και στην αναγνώριση της φροντίδας ως κοινωνικού και πολιτικού ζητήματος, καθιστώντας την πολιτική της φροντίδας εργαλείο διαγενεακής και ταξικής αλληλεγγύης (Federici, 2020).

7. Η τρίτη ηλικία στην Ελλάδα και οι ανάγκες φροντίδας

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (2025), έως το 2030 ένα στα έξι άτομα παγκοσμίως θα είναι ηλικίας 60 ετών και άνω. Ο αριθμός των ανθρώπων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα αναμένεται να αυξηθεί από ένα δισ. το 2020 σε 1,4 δισ. το 2030. Παράλληλα, ο πληθυσμός των ατόμων ηλικίας 80 ετών και άνω προβλέπεται να τριπλασιαστεί μεταξύ 2020 και 2050, φτάνοντας τα 426 εκ.

Στην Ελλάδα, το φαινόμενο της δημογραφικής γήρανσης είναι ιδιαίτερα εμφανές. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2024), η χώρα κατατάσσεται πλέον στην τρίτη θέση μεταξύ των πιο «γερασμένων» πληθυσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα, παρατηρείται έντονη χωρική ανισοκατανομή, καθώς σχεδόν τρεις στους τέσσερις κατοίκους συγκεντρώνονται στις δύο μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές —Αθηνών και Θεσσαλονίκης— καθώς και σε λίγα ακόμη μεγάλα αστικά κέντρα και την άμεση περιφέρειά τους (Κοτζαμάνης, 2021). Η τάση αυτή αποτυπώνεται στα στατιστικά δεδομένα. Ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας αναμένεται να μειωθεί από 10,438 εκ. το 2022 σε 7,778 εκ, το 2070, ενώ ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων[2] προβλέπεται να αυξηθεί από 39,0 το 2022 σε 74,4 (Eurostat, 2024).

Παράλληλα, το προσδόκιμο ζωής συνεχίζει να βελτιώνεται: για τους άνδρες εκτιμάται ότι είναι στα 79,3 έτη και για τις γυναίκες σε 84,5 έτη. Αντίστοιχα, το προσδόκιμο ζωής στα 65 έτη αναμένεται να ανέβει από 18,7 σε 23,9 έτη για τους άνδρες και από 21,7 σε 26,7 έτη για τις γυναίκες (Eurostat, 2024).

Η δημογραφική αυτή εξέλιξη δεν αποτυπώνεται μόνο σε απόλυτους αριθμούς, αλλά και στην αναδιάρθρωση της ηλικιακής σύνθεσης του πληθυσμού. Η γήρανση δεν σημαίνει απλώς ότι αυξάνονται τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας· σημαίνει κυρίως ότι η αναλογία τους στο σύνολο του πληθυσμού αυξάνεται, μεταβάλλοντας τις ισορροπίες ανάμεσα στις ηλικιακές ομάδες (Εμκε-Πουλοπούλου,1983). Στην περίπτωση της Ελλάδας, η μεταβολή αυτή οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, που οδηγεί σε γήρανση από την κορυφή της δημογραφικής πυραμίδας, και τη διαρκή υποχώρηση της γονιμότητας, που προκαλεί γήρανση από τη βάση (WHO, 2025).

Παράλληλα, τα οικονομικά δεδομένα καταδεικνύουν σημαντικές προκλήσεις για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Η ΕΛΣΤΑΤ (2025) κατέγραψε ότι το 18,8% των ατόμων 65+ αντιμετωπίζει τον κίνδυνο φτώχειας, ο οποίος ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά με συνολικό ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το 60% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος. Επιπλέον, το 77% των ατόμων άνω των 65 ετών λαμβάνει μηνιαία μέση σύνταξη 643 ευρώ[3] (ΗΔΙΚΑ, 2020). Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται και με βάση το φύλο: το 64% των γυναικών λαμβάνει σύνταξη στην ηλικία των 74 ετών, σε σύγκριση με το 90% των ανδρών, καταδεικνύοντας έμφυλες ανισότητες στην οικονομική ασφάλεια της τρίτης ηλικίας.

Ο συνδυασμός των παραπάνω δημογραφικών και οικονομικών τάσεων εξηγεί γιατί η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί σημαντική κοινωνική και οικονομική πρόκληση στην Ελλάδα, με άμεση επίδραση στο σύστημα κοινωνικής προστασίας και την καθημερινή ζωή των ηλικιωμένων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2024, Κοτζαμάνης, 2021). Η εισοδηματική φτώχεια δεν αποτελεί, ωστόσο, τον μοναδικό παράγοντα της φτώχειας φροντίδας, η οποία αναφέρεται στις ανεκπλήρωτες ανάγκες φροντίδας του ηλικιωμένου πληθυσμού. Η έννοια των «ανεκπλήρωτων αναγκών φροντίδας» προέρχεται από τη γεροντολογική έρευνα, η οποία, επηρεασμένη από ιατρικές προσεγγίσεις, επικεντρώνεται στη συχνότητα εμφάνισης, τα αίτια και τις συνέπειες διαφορετικών καταστάσεων υγείας και λειτουργικών περιορισμών στους ηλικιωμένους (Καραμεσίνη, 2025).

Παράλληλα, οι κοινωνικοί προσδιοριστές —όπως η στέγαση, η εισοδηματική κατάσταση, η διατροφή, η εκπαίδευση, η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, η μετακίνηση και η δυνατότητα απασχόλησης— επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και την ικανότητα των ηλικιωμένων να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους ανάγκες (Hooyman & Kiyak, 2023: 107). Η δημογραφική γήρανση, επομένως, δεν αφορά μόνο την αύξηση των ηλικιωμένων ατόμων, αλλά επιβάλλει και την ανάγκη για συστηματική διερεύνηση των αναγκών τους και των φροντιστών τους, ώστε να διαμορφωθούν αποτελεσματικές πολιτικές και πρακτικές φροντίδας.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (2015) αναφέρεται στη λειτουργική υγεία των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας, η οποία συνδέεται με τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στους ανθρώπους να εκτελούν δραστηριότητες της καθημερινής ζωής και να συμμετέχουν σε δραστηριότητες που απολαμβάνουν, διασφαλίζοντας έτσι την ευημερία τους. Από αυτή την προσέγγιση προκύπτουν δύο βασικές έννοιες που αξιολογούν το επίπεδο της λειτουργικής ικανότητας: οι δραστηριότητες καθημερινής ζωής (Activities of Daily Living – ADLs) και οι λειτουργικές δραστηριότητες καθημερινής ζωής (Instrumental Activities of Daily Living – IADLs) (Hooyman & Kiyak, 2023:101).

Οι δραστηριότητες καθημερινής ζωής (ADLs) περιγράφουν την ικανότητα ενός ατόμου να εκτελεί βασικές δραστηριότητες αυτοεξυπηρέτησης, όπως η σίτιση, το μπάνιο, το ντύσιμο, η χρήση της τουαλέτας, η βάδιση και η έγερση από καρέκλα (Hooyman & Kiyak, 2023: 101). Αντίστοιχα, οι λειτουργικές δραστηριότητες καθημερινής ζωής (IADLs) αναφέρονται στην ικανότητα εκτέλεσης πιο σύνθετων και πολυδιάστατων δραστηριοτήτων που απαιτούν αλληλεπίδραση με το περιβάλλον, όπως η διαχείριση φαρμάκων και χρημάτων, η προετοιμασία γευμάτων, η πραγματοποίηση τηλεφωνικών κλήσεων και η χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς (Hooyman & Kiyak, 2023: 101).

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (2024), στην Ελλάδα δύο στις πέντε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας (39%) και ένας στους τέσσερις άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας (26%) αναφέρουν τουλάχιστον έναν σοβαρό περιορισμό στις δραστηριότητες καθημερινής ζωής (ADLs) ή στις λειτουργικές δραστηριότητες καθημερινής ζωής (IADLs), γεγονός που υποδηλώνει σημαντική ανάγκη για μακροχρόνια υποστήριξη στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Παρόλο που είναι λιγότερο συχνά, έντονες ανάγκες φροντίδας (μετρημένες ως περιορισμοί σε τρεις ή περισσότερες ADLs ή IADLs) αναφέρονται από το 8,3% των ηλικιωμένων γυναικών και το 4,6% των ηλικιωμένων ανδρών.

Η θέση των ΑΜΗ στην οικογένεια και στην κοινωνία μεταβάλλεται με τη σταδιακή συρρίκνωση οικονομικών δυνατοτήτων και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η γήρανση δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται με φτώχεια ή απομόνωση. Οι ανάγκες των ηλικιωμένων είναι πολυδιάστατες και επηρεάζονται τόσο από υγειονομικούς παράγοντες όσο και από κοινωνικοοικονομικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, όπως η μοναξιά, η φτώχεια, η απώλεια στέγης, η εγκατάλειψη, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, η κατάθλιψη, ο υποσιτισμός, η κακή στοματική υγιεινή, η πολυφαρμακία ή η μη σωστή φαρμακευτική συμμόρφωση, και η έλλειψη σωματικής άσκησης λόγω περιορισμένης κινητικότητας.

Λαμβάνοντας υπόψη το δημογραφικό γήρας και τις ανάγκες των ηλικιωμένων, η ανάγκη για μακροχρόνια φροντίδα θα αποτελέσει σημαντικό αντικείμενο διερεύνησης στο ερευνητικό έργο. Η μακροχρόνια φροντίδα παρέχεται για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα από μέλη της οικογένειας, φίλους ή άλλα άτομα της κοινότητας (άτυπες φροντίστριες) ή από επαγγελματίες φροντίδας (τυπικοί φροντιστές).

Η μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (2024) συστηματοποιεί τις ανάγκες για τη μακροχρόνια φροντίδα σε κατηγορίες. Πρώτη είναι οι ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης, που περιλαμβάνουν υπηρεσίες για τον έλεγχο, την αξιολόγηση και τη διαχείριση καταστάσεων υγείας που σχετίζονται με τη μείωση της εγγενούς ικανότητας και της λειτουργικής ικανότητας των ηλικιωμένων. Ακολουθεί η ανάγκη για κοινωνική φροντίδα και υποστήριξη, με στόχο την αντιμετώπιση περιορισμών και την βελτιστοποίηση της λειτουργικότητας, παρέχοντας βοήθεια και υποστήριξη στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (συμπεριλαμβανομένης της προσωπικής φροντίδας, της κοινωνικής συμμετοχής, της διάθεσης βοηθητικών προϊόντων, της προσβασιμότητας σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους), καθώς και υποστήριξη για την κάλυψη των αναγκών των φροντιστών. Υπάρχουν και οι ανάγκες παρηγορητικής/ανακουφιστικής φροντίδας, που περιλαμβάνουν υπηρεσίες με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και της πορείας προς τον θάνατο για τα άτομα στο τελικό στάδιο της ζωής τους.

Στο πλαίσιο του έργου, η καταγραφή και ανάδειξη των αναγκών των ηλικιωμένων και του οικοσυστήματος φροντίδας θεωρείται κρίσιμη. Ο στόχος δεν περιορίζεται απλώς στην αποτύπωση της τρέχουσας κατάστασης, αλλά περιλαμβάνει την αναζήτηση ακάλυπτων και μη εκφρασμένων αναγκών ώστε να αναδειχθούν νέες ανάγκες και νέοι τρόποι ικανοποίησής τους. Η προσέγγιση αφορά τόσο την ποσοτική (π.χ. πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, οικονομική ασφάλεια) όσο και την ποιοτική διάσταση (αυτονομία, αξιοπρέπεια, κοινωνική συμμετοχή), επιδιώκοντας τη διαμόρφωση νέων πρακτικών και πολιτικών που ενισχύουν τη φροντίδα. Με αυτόν τον τρόπο, η έρευνα στρέφεται πέρα από το βιοϊατρικό μοντέλο, ενσωματώνοντας την κοινωνική διάσταση των αναγκών και την ολιστική κατανόηση της φροντίδας. Με αυτόν τον τρόπο, το ερευνητικό έργο δεν επιδιώκει απλώς να περιγράψει, αλλά να διαμορφώσει νέες δυνατότητες, πρακτικές και παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν τη φροντίδα, θα μειώσουν τις ανισότητες και θα συμβάλλουν σε ουσιαστική κοινωνική αλλαγή.

8. Σύστημα φροντίδας ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας στην Ελλάδα

Το ερευνητικό έργο περιλαμβάνει και τη χαρτογράφηση των υφιστάμενων υπηρεσιών φροντίδας και των δομών που υποστηρίζουν τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (ΑΜΗ). Όπως έχει αναλυθεί ήδη, η φροντίδα και η κατάσταση των ΑΜΗ στην Ελλάδα είναι ένα πολυδιάστατο και σύνθετο ζήτημα. Συνοπτικά, μπορεί να προσεγγιστεί με βάση τη σχέση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής παρέμβασης και θέτοντας τα εξής ερωτήματα 1) Ποιος φροντίζει – αυτοεξυπηρέτηση, η οικογένεια, το κράτος, ο τρίτος τομέας, η αγορά; 2) Ποιος πληρώνει – το άτομο, η οικογένεια, το κράτος ή συνδυασμός; και 3) Πώς και πού παρέχεται η φροντίδα -εντός οίκου ή εκτός; (Μουσούρου, 2002: 30).

Στην ελληνική κοινωνία, η οικογένεια παραμένει ο κύριος πυλώνας φροντίδας. Έρευνες όπως η EUROFAMCARE[4] (2003–2005) δείχνουν ότι πάνω από το 80% της καθημερινής φροντίδας παρέχεται από μέλη της οικογένειας, κυρίως γυναίκες μέσης ηλικίας, οι οποίες αντιμετωπίζουν υψηλά επίπεδα επιβάρυνσης και περιορισμένη υποστήριξη από τις επίσημες υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας (Triantafillou et al., 2006). Η πανευρωπαϊκή έρευνα SHARE καταγράφει παρόμοια φαινόμενα, όπως υψηλή εξάρτηση από άτυπη φροντίδα, πολυνοσηρότητα και περιορισμούς στις καθημερινές δραστηριότητες, κατατάσσοντας την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με περιορισμένη κρατική παρέμβαση (Triantafillou et al., 2006).

Το ελληνικό σύστημα κοινωνικής προστασίας (κοινωνική ασφάλιση, υγεία και κοινωνική πρόνοια) χαρακτηρίζεται ως μεικτό και εντάσσεται στο λεγόμενο Νότιο Ευρωπαϊκό Μοντέλο Κοινωνικής Προστασίας (Καραμεσίνη, 2025). Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «οικογενειοκεντρικού καθεστώτος πρόνοιας», όπου το κράτος λειτουργεί κυρίως ως δευτερεύων μηχανισμός υποστήριξης, αφήνοντας την κύρια ευθύνη φροντίδας στα μέλη της οικογένειας. Από ανθρωπολογική σκοπιά, η ελληνική κοινωνία προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στους δεσμούς συγγένειας και στις οικογενειακές υποχρεώσεις, με την οικογένεια να αποτελεί τον κύριο πυλώνα φροντίδας για τα ΑΜΗ (Aslanidou et al.,2025). Οι κοινωνικές πρακτικές, οι παραδοσιακές υποχρεώσεις και οι αξίες της οικογένειας καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποιος παρέχει φροντίδα, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να αναλαμβάνουν δυσανάλογα μεγάλο φορτίο άτυπης φροντίδας, τόσο μέσα στο νοικοκυριό όσο και στο πλαίσιο ευρύτερων οικογενειακών δικτύων (Triantafillou et al., 2006).

Σύμφωνα με την τυπολογία, στις μεσογειακές χώρες, παρόλο που έχουν συστήματα κοινωνικής προστασίας τύπου Bismarck, η εξάρτηση στην τρίτη ηλικία αντιμετωπίστηκε με βάση την αρχή της κοινωνικής αρωγής απέναντι στα ηλικιωμένα άτομα που δεν μπορούσαν να λάβουν φροντίδα από την οικογένεια και με χρηματοδότηση μέσω γενικής φορολογίας (υπολειμματικές-προνοιακές παροχές) (Καραμεσινη, 2025). Σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης (Σουηδία, Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία, Φινλανδία, Νορβηγία), το πρόβλημα της εξάρτησης στην τρίτη ηλικία είναι ευθύνη του κράτους και στα συστήματα ηπειρωτικής Ευρώπης, η εξάρτηση των ηλικιωμένων θεωρείται ένα νέο είδος κινδύνου, έναντι του οποίου οι εργαζόμενοι και οι λοιποί πολίτες έχουν την ευθύνη και την υποχρέωση να ασφαλιστούν καθολικά (Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Λουξεμβούργο). Η τυπολογία στηρίζεται σε δύο μεγέθη που προσδιορίζουν την κεντρική λειτουργία των συστημάτων μακροχρόνιας φροντίδας: τις δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα ως ποσοστό (%) του ΑΕΠ και το μερίδιο (%) των επιδομάτων φροντίδας στο σύνολο των δημόσιων δαπανών για μακροχρόνια φροντίδα.

Συνοπτικά, το ελληνικό κράτος δεν έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ολιστικής φροντίδας· η φροντίδα παρέχεται κυρίως από την οικογένεια και άτυπα δίκτυα (Έμκε -Πουλοπούλου, 1999). Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αυξάνει τη ζήτηση για ιατρική φροντίδα και κοινωνικές υπηρεσίες, ενώ η ανάγκη ανάπτυξης υπηρεσιών που στηρίζουν τον άτυπο τομέα φροντίδας είναι επείγουσα. Η ενίσχυση της κοινωνικής συμμετοχής των ΑΜΗ, μέσω δραστηριοτήτων και ανοικτών δομών, μπορεί να μειώσει την κοινωνική απομόνωση και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους.

Η κατάσταση που υπάρχει στην Ελλάδα για τα ΑΜΗ χαρακτηρίζεται από συνδυασμό δημόσιων επιδομάτων και δομών φροντίδας. Οι βασικές μορφές επιδομάτων είναι:

  • Σύνταξη: χωρίζεται σε γήρατος (σχετίζεται με τα χρόνια εργασιακής ασφάλειας), θανάτου και αναπηρίας ή ανικανότητας εργασίας[5].
  • Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφάλιστων Υπερηλίκων: δίνεται σε ανασφάλιστους ηλικιωμένους άνω των 67 ετών που δεν λαμβάνουν άλλη σύνταξη ή ασφαλιστική παροχή, με ποσό 360 ευρώ μηνιαίως[6].

Επιπλέον, υπάρχουν δομές ανοιχτής περίθαλψης και προγράμματα κοινωνικής φροντίδας τα οποία στοχεύουν στην παραμονή των ΑΜΗ στην κοινότητα και σε ό,τι συμπεριλαμβάνεται μέσα σε αυτήν: στο οικείο περιβάλλον της οικογένειας, της γειτονιάς, του φιλικού περίγυρου.

Οι δομές ανοιχτής φροντίδας[7] είναι οι ακόλουθες:

  • Κέντρα Ανοιχτής Προστασίας Ηλικιωμένων (ΚΑΠΗ): θέτουν ως στόχο την παραμονή των ηλικιωμένων στην κοινότητα, ενισχύοντας τη συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες και ψυχαγωγία. Τα ΚΑΠΗ δημιουργήθηκαν το 1979 υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας.
  • Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων (ΚΗΦΗ): υποστηρίζουν ηλικιωμένους που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν πλήρως, ενώ το οικογενειακό τους περιβάλλον αντιμετωπίζει κοινωνικά ή οικονομικά προβλήματα.
  • Λέσχες Φιλίας: είναι χώροι όπου ΑΜΗ μπορούν να αναζητήσουν επαφή με συνομηλίκους, κοινωνική υποστήριξη και ψυχαγωγία. Πραγματοποιείται επίσης δημιουργική απασχόληση, εργοθεραπεία, φυσιοθεραπεία, ημερήσιες εκδρομές, επισκέψεις σε πολιτιστικούς χώρους. Στόχος είναι η εξοικείωση των ΑΜΗ με τα προβλήματα της τρίτης ηλικίας, η προσαρμογή τους στις καινούργιες συνθήκες ζωής, η ομαλή συνύπαρξη με τους νεότερους και η παροχή ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος ιδίως σε ανθρώπους που δεν έχουν οικονομικά μέσα ή οικογένεια να τους φροντίσει.
  • Πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι»: προσφέρει φροντίδα στο σπίτι. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του προγράμματος, τα ΑΜΗ λαμβάνουν υπηρεσίες φροντίδας κοντά στο οικείο τους περιβάλλον, ελαχιστοποιώντας έτσι την πιθανότητα κοινωνικής απομόνωσης σε περίπτωση εγκλεισμού σε ιδρυματική δομή, όταν δεν υπάρχει οικογένεια ή αυτή πάψει να ενδιαφέρεται.

Οι δομές κλειστής φροντίδας[8] περιλαμβάνουν:

  • Τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων (ΜΦΗ), που παρέχουν διαμονή και φροντίδα σε αυτο-εξυπηρετούμενα και μη ΑΜΗ. Οι ΜΦΗ μπορεί να έχουν μη κερδοσκοπικό (π.χ. φιλανθρωπικά σωματεία, Εκκλησία) ή κερδοσκοπικό χαρακτήρα (κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα) και αδειοδοτούνται από την οικεία Περιφέρεια σύμφωνα με τον Ν. 2345/1995 και τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις.
  • Τα Θεραπευτήρια Χρονίων Παθήσεων, τα οποία απευθύνονται σε χρονίως πάσχοντα ΑΜΗ. Αυτές οι μονάδες αδειοδοτούνται από τις οικείες Περιφέρειες σύμφωνα με το ΠΔ 631/1974 και λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις δημόσιες και μη κερδοσκοπικές δομές φροντίδας.

Παράλληλα, ο ιδιωτικός τομέας προσφέρει ψηφιακές υπηρεσίες και πλατφόρμες φροντίδας οι οποίες υποστηρίζουν την πρόσβαση σε πληροφορίες, υπηρεσίες υγείας και κοινωνική υποστήριξη. Συνεπώς, παρατηρείται και στη χώρα μας διεύρυνση των μορφών οικονομίας της πλατφόρμας οι οποίες έχουν εισέλθει δυναμικά στο πεδίο της φροντίδας (Notes from Below, 2025).

Τέλος, στο πεδίο της φροντίδας ηλικιωμένων έχουν εισέλθει και Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας (ΚΑΛΟ). Με βάση τα στοιχεία του πλέον επικαιροποιημένου Γενικού Μητρώου Φορέων ΚΑΛΟ (2/2025), εντοπίζονται 26 ενεργοί Φορείς ΚΑΛΟ με κύρια δραστηριότητα τον τομέα φροντίδας ηλικιωμένων (συνήθως σε συνδυασμό με αναπηρία). Από αυτούς του 26 Φορείς ΚΑΛΟ: οι 18 είναι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (ΚΟΙΝΣΕΠ) συλλογικής και κοινωνικής ωφέλειας, οι 3 είναι ΚΟΙΝΣΕΠ ένταξης ευάλωτων ομάδων το οποίο συνεπάγεται ότι τουλάχιστον το 35% των μελών και εργαζομένων προέρχονται από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουν και τα άτομα με αναπηρία και 4 είναι Αστικές Μη Κερδοσκοπικές Εταιρείες, ενώ περιλαμβάνεται και ένας Κοινωνικός Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης (ΚΟΙΣΠΕ). Οι 24 δομές εδράζονται στην Περιφέρεια Αττικής (6 εξ αυτών στο Δήμο Αθηναίων), ενώ στην παρούσα φάση καμία δεν εντοπίζεται στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας παρόλο που η τελευταία περιλαμβάνει το δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Ελλάδας (δήμος Θεσσαλονίκης). Από τις 26 ενεργές ΚΟΙΝΣΕΠ, οι 22 δεν παρέχουν κατάλυμα.

Στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου, θα δοθεί έμφαση στο φάσμα των υπηρεσιών που παρέχονται κατ’ οίκον προκειμένου να διερευνηθεί η δυνατότητα υποστήριξης της ημι-αυτόνομης διαβίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, θα γίνει έρευνα σε υπηρεσίες που προσφέρονται από ΟΤΑ (Βοήθεια στο Σπίτι), από ιδιωτικές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και από Φορείς ΚΑΛΟ με στόχο τον εντοπισμό των ομάδων-στόχου που εξυπηρετούνται και των κριτηρίων επιλεξιμότητας, τη διερεύνηση του φάσματος των υπηρεσιών που παρέχονται, την αποτύπωση του μοντέλου χρηματοδότησης και των εργασιακών συνθηκών των παρόχων.

9. Προεικονιστικές πρακτικές στην κοινωνική αναπαραγωγή και φροντίδα

Με τον όρο προεικονιστική πρακτική (prefigurative practice) αναφερόμαστε σε διάφορες μορφές αυτο-οργάνωσης και πολιτικής συμμετοχής που επιδιώκουν να αντιστοιχίσουν τα μέσα με τους σκοπούς μέσω της πρακτικής εφαρμογής διαφορετικών διαδικασιών και πρακτικών παροχής αγαθών και υπηρεσιών (Monticelli, 2021). Η υλοποίηση αυτών των διαδικασιών και πρακτικών αποδεικνύεται διαφορετική από τους κυρίαρχους τρόπους οργάνωσης και συνεργασίας (π.χ. προσφυγή σε αρχές άμεσης δημοκρατίας, οριζόντια συνεργασία κ.λπ.). Οι προεικονιστικές πρακτικές περιλαμβάνουν προσεγγίσεις και πρακτικές όπως τα Κοινά (Commons) και η Κοινωνική (και) Αλληλέγγυα Οικονομία (ΚΑΛΟ).

Τα Κοινά αναφέρονται σε πόρους και αγαθά που ανήκουν συλλογικά, μοιράζονται και διαχειρίζονται από μια κοινότητα, συχνά βάσει αρχών κοινής επιμέλειας, πρόσβασης και βιωσιμότητας (Ostrom, 1990). Τα Κοινά περιλαμβάνουν τόσο υλικούς πόρους, όπως γη, νερό και δάση, όσο και άυλα αγαθά όπως γνώση, ψηφιακό περιεχόμενο και πολιτιστικά αγαθά. Σε αντίθεση με ιδιωτικούς ή κρατικούς πόρους, τα κοινά χαρακτηρίζονται από διακυβέρνηση που διαχειρίζεται η κοινότητα και που δίνει προτεραιότητα στη δίκαιη χρήση, στο συλλογικό όφελος και στη μακροχρόνια βιωσιμότητα (Bollier & Helfrich, 2012). Ένα ρεύμα της σχετικής βιβλιογραφίας προβάλλει τα Κοινά ως αντικαπιταλιστική στρατηγική (Caffentzis και Federici, 2014, Linebaugh, 2008, De Angelis, 2007). Παρά τις μεταξύ τους διαφορετικές αποχρώσεις, τονίζουν την αναγκαιότητα των Κοινών απέναντι στις συνεχιζόμενες περιφράξεις της γης και των πόρων και την επανα-εμπορευματοποίηση πρώην δημόσιων αγαθών. Υπογραμμίζουν επίσης τη σημασία αυτών των μορφών αντίστασης για την επινόηση νέων μορφών συνεργασίας και τελικά κοινωνικών σχέσεων (commoning), αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τη διαρκή απειλή της ενσωμάτωσής τους στον καπιταλισμό.

Η Κοινωνική (και) Αλληλέγγυα Οικονομία (ΚΑΛΟ) δηλώνει τη σύνθεση δύο εννοιολογικών πλαισίων: της κοινωνικής οικονομίας και της αλληλέγγυας οικονομίας (Adam, 2019). Και οι δύο αναφέρονται σε οικονομικές δραστηριότητες που δεν ακολουθούν την τυπική καπιταλιστική λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους (Laville, 2010, Utting, 2015). Στοχεύουν στην οικονομική δημοκρατία μέσω της προσήλωσης στις αρχές της ανεξαρτησίας και της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων. Η αλληλέγγυα οικονομία προσθέτει στο μικρο-επίπεδο (π.χ. τρόπος λειτουργίας ενός συνεταιρισμού) την αναζήτηση ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδίου που συνεπάγεται συστημικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Η ΚΑΛΟ περιλαμβάνει συνεταιρισμούς, σωματεία, αλληλοβοηθητικές εταιρείες, ιδρύματα, κοινωνικές επιχειρήσεις, ομάδες αυτοβοήθειας και άλλες οντότητες που λειτουργούν σύμφωνα με τις αξίες και αρχές της (ILO, 2022). Οι Laville και Eynaud (2019) θεωρητικοποιούν τις πρακτικές της ΚΑΛΟ ως υβριδικές μορφές που αρθρώνουν διαφορετικές αρχές σύμφωνα με το αναλυτικό πλαίσιο του Πολάνυι (αμοιβαιότητα, αναδιανομή, αγοραία ανταλλαγή). Αυτή η θεωρητικοποίηση δεν υπερασπίζεται τις πρακτικές της ΚΑΛΟ σε αντικαπιταλιστική βάση για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, το πλαίσιο αυτό αποστασιοποιείται από αναλύσεις που βασίζονται στην κυριαρχία και ολότητα της λογικής του κεφαλαίου. Αντίθετα, αναγνωρίζει πως ακόμη και σε κοινωνίες κυριαρχούμενες από την αγορά υπάρχει πλουραλισμός αρχών και πρακτικών. Δεύτερον, οι πρακτικές της ΚΑΛΟ υποστηρίζονται όχι λόγω μιας ρητής αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης, αλλά επειδή επιτρέπουν πλουραλιστικές διαμορφώσεις και ανοιχτό πειραματισμό στην κάλυψη κοινωνικών αναγκών, διευρύνοντας τη δημοκρατία και την αλληλεγγύη στην οικονομία και τη δημόσια σφαίρα.

Η σύνδεση των Κοινών και της ΚΑΛΟ με την κοινωνική αναπαραγωγή έχει προσεγγιστεί τόσο από μελετητές με σαφή αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό (De Angelis, 2017· Federici, 2019b) όσο και από μελετητές που υιοθετούν το πλουραλιστικό αναλυτικό πλαίσιο του Πολάνυι (Guérin et al., 2021a) ή/και υπερασπίζονται τα κοινά της φροντίδας.

Στην πρώτη κατηγορία, η Federici (2019b) τονίζει τη σημασία των Κοινών στην κοινωνική αναπαραγωγή εξετάζοντας συγκεκριμένα παραδείγματα σε ποικίλα περιβάλλοντα του Παγκόσμιου Βορρά και Νότου. Αυτές οι πρακτικές περιλαμβάνουν κινήματα γης, κοινοτικούς κήπους και αστική γεωργία, γυναικείους συνεταιρισμούς και συλλογικότητες παραγωγικής εργασίας σε τομείς φροντίδας παιδιών, υγείας και φροντίδας ηλικιωμένων. Εντοπίζει κρίσιμα πλεονεκτήματα σε αυτές τις πρακτικές, καθώς: διασφαλίζουν την επιβίωση των κοινοτήτων αντίστασης, αμφισβητούν νέες περιφράξεις που προκαλούνται από νέους κύκλους ιδιωτικοποιήσεων, αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο των γυναικών στη διατήρηση της ζωής και του πλανήτη, επαναξιολογούν την κοινωνικά αναπαραγωγική εργασία που συστηματικά υποτιμάται στον καπιταλισμό, σπάνε την απομόνωση της εξατομικευμένης παροχής υπηρεσιών σε αυτούς του τομείς έντασης εργασίας προωθώντας τη συλλογική ευθύνη και την κοινή παροχή. Ο De Angelis (2017) αντιστρέφει την αναλυτική κατεύθυνση. Εξετάζει την αναπαραγωγή μέσα στο σύστημα των Κοινών ως αναπαραγωγή των ίδιων των Κοινών — ως όλες τις δραστηριότητες που παρέχουν υλική αυτονομία στα Κοινά, συμπεριλαμβανομένης της φροντίδας, της τροφής, της ενέργειας και της στέγασης. Αναλύει επίσης, στο πλαίσιο της έννοιας της αναπαραγωγής, την ικανότητα των Κοινών να αναπαράγονται, έστω και σε διαφορετικές διαμορφώσεις, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και ανάγκες.

Στη δεύτερη κατηγορία, οι Guérin et al. (2021a) συγκεντρώνουν και εξετάζουν συγκεκριμένα παραδείγματα από τον Παγκόσμιο Νότο ώστε να οικοδομήσουν τη θεωρητική τους άρθρωση της αλληλέγγυας οικονομίας και της κοινωνικής αναπαραγωγής βασισμένοι στην επιστημολογία της «ενδεχομενικότητας» (possibilism). Εξερευνούν «τις δυνατότητες εμφάνισης νέων κοινωνικών σχέσεων, ούτε οικιακών ούτε καπιταλιστικών, αλλά καθοδηγούμενων από αλληλεγγύη και φεμινιστικές αξίες, για την αναδιοργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής» (Guérin et al., 2021a, 19, μετάφραση). Εντοπίζουν τέσσερις διαδικασίες μέσω των οποίων οι πρακτικές της ΚΑΛΟ μπορούν να αναδιοργανώσουν την κοινωνική αναπαραγωγή με βιώσιμο και ισότιμο τρόπο: α) αντίσταση μέσω κοινοτικοποίησης της κοινωνικής αναπαραγωγής, β) επέκταση της κοινωνικής αναπαραγωγής στην αναπαραγωγή της ζωής, ανθρώπινης και μη ανθρώπινης, και των οικοσυστημάτων, γ) χρηματική και συμβολική ανατίμηση των κοινωνικά αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων, δ) ανάπτυξη μη καπιταλιστικών και μη οικιακών πρακτικών μέσω της άρθρωσης των αρχών της αμοιβαιότητας, της αναδιανομής, της οικιακής διαχείρισης και της αγοράς, υπό την κυριαρχία των αρχών της ισότητας και της δημοκρατίας (Guérin et al., 2021b, 47–48).

Η αναδυόμενη βιβλιογραφία για τα «κοινά της φροντίδας» (Zechner, 2022, Dengler et al., 2025, Sánchez, 2023, Ruiz Cayuela, 2023, Abram et al., 2025) ενσωματώνει δημιουργικά τη διαγνωστική δύναμη της ΘΚΑ και την αξιοποιεί μέσα σε ένα πλαίσιο που αναδεικνύει επίσης τις ηθικές, σχεσιακές και συναισθηματικές διαστάσεις της φροντίδας—το «πλεόνασμα πέρα από την εργασία»—ως πτυχές που πρέπει να αναγνωριστούν, να υποστηριχθούν και να κοινωνικοποιηθούν, αντί να μετακυλίονται σε όσες/όσους διαθέτουν τη μικρότερη δυνατότητα άρνησης. Το ερώτημα που θέτουν είναι πώς μπορεί να αναδιοργανωθεί το όριο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, ώστε η φροντίδα να μοιράζεται, να οργανώνεται και να αποτιμάται συλλογικά—ακριβώς επειδή είναι αναγκαία αλλά όχι εύκολη, φυσική ή συμμετρική. Εστιάζουν στη συλλογική διακυβέρνηση της φροντίδας, όχι στην ατομική ηρωοποίηση ή στη φεμινικοποιημένη φύση της.

Αντιθέτως, η Fraser (2023), παρά την υιοθέτηση του αναλυτικού πλαισίου του Πολάνυι και την ένταξη συνεταιρισμών και αυτοοργανωμένων εγχειρημάτων στην εκδοχή της για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, θεωρεί τους υποστηρικτές της ΚΑΛΟ ως φορείς μιας εξιδανικευμένης άποψης περί κοινότητας και φροντίδας. Κατά τη γνώμη της, οι υπερασπιστές της ΚΑΛΟ αποτυγχάνουν να κατανοήσουν ότι αυτές οι «πρακτικές δεν αποτελούν μόνο τόπους κριτικής αλλά και αναπόσπαστα μέρη της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων» (Fraser, 2023, 113, μετάφραση). Συνεπώς, η ένταξη αυτών των πρακτικών —πόσο μάλλον η πρόκρισή τους ως προνομιακών πεδίων— στο ρεπερτόριο αντικαπιταλιστικών αγώνων αμφισβητείται έντονα. Η βασική λογική είναι ότι, αντί να κατανοούνται τα Κοινά και η ΚΑΛΟ ως προϊόν αναγκαιότητας λόγω των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας, εξυψώνονται ως η κατεξοχήν αντικαπιταλιστική στρατηγική (Gonzalez & Neton, 2014). Η Del Re (2015), αναγνωρίζοντας μεν αυτές τις πρακτικές ως εξαιρετικούς μηχανισμούς ενδυνάμωσης και συλλογικής συνείδησης, υπογραμμίζει πως αποτελούν μέσα κοινωνικοποίησης του κόστους της κοινωνικής αναπαραγωγής και, ως εκ τούτου, είναι συμβατές με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας. Ακόμη χειρότερα, ιδίως οι κοινωνικές επιχειρήσεις που είναι ρητά προσανατολισμένες στην αγορά, μπορούν να εργαλειοποιηθούν ως δούρειος ίππος για την ήπια ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών πρόνοιας (Adam, 2018) και να υπονομεύσουν περαιτέρω οποιαδήποτε έννοια καθολικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων (Marques, 2014). Η Ferguson (2020) τονίζει ότι οι αγώνες κοινωνικής αναπαραγωγής δεν πρέπει να εγκαταλείψουν τις πιεστικές διεκδικήσεις για κοινωνικοποίηση της κοινωνικής αναπαραγωγής με βάση τη δημόσια χρηματοδότηση και παροχή μέσω συγκεκριμένης αγωνιστικής δράσης και σύνδεσης των αγώνων που αφορούν την παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή.

Με βάση τα παραπάνω, η αμφισημία της φροντίδας και της κοινωνικής αναπαραγωγής διαπερνά και τις πολιτικές στρατηγικές για τον μετασχηματισμό της. Η δυναμική των πρωτοβουλιών Κοινών και ΚΑΛΟ ως κοινωνικά αναπαραγωγικών αγώνων δεν πρέπει ούτε να υπερεκτιμάται ούτε να υποτιμάται. Δεν φιλοδοξούμε να εντοπίσουμε έναν μη-καπιταλιστικό χαρακτήρα σε μια μεμονωμένη πρωτοβουλία. Πρώτον, όπως σημειώνουν οι μελετητές που βασίζονται στην αναλυτική παράδοση του Πολάνυι (Guérin et al., 2021a & 2021b), οι διαφορετικές αρχές λειτουργίας δεν ταυτίζονται με συγκεκριμένους θεσμούς (π.χ. αναδιανομή = κράτος, οικιακή διαχείριση = οικογένεια), καθώς κάθε θεσμός διαπερνάται από όλες τις αρχές σε διαφορετικές διαμορφώσεις ως προς την κυρίαρχη αρχή (αγοραία ανταλλαγή). Η διαρκής υπόμνηση αυτής της διαπερατότητας λειτουργεί ως χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο. Παράλληλα, είναι κρίσιμο να αναπτυχθεί η θεωρητικοποίηση αυτών των πρακτικών στη συγκεκριμένη ιστορική τους συνθήκη, εντός υπαρχουσών καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών και θεσμικών διαδρομών του κοινωνικού κράτους (η ιδιαιτερότητα του καπιταλιστικού κράτους και της αρχής της αναδιανομής στο πλαίσιο της χρηματιστικοποίησης, η ιδιαιτερότητα της καπιταλιστικής οικογένειας και της αρχής της αμοιβαιότητας στο πλαίσιο της κεντρικότητας του χρέους). Δεύτερον, αυτές οι πρακτικές υπάρχουν μέσα σε ένα σύστημα υπό την κυριαρχία της καπιταλιστικής αξίας. Υποτάσσονται αναγκαστικά στις επιταγές της, άμεσα ή έμμεσα. Ως εκ τούτου, η αναζήτηση υπέρβασης του καπιταλισμού εδώ και τώρα επιφορτίζει τα συγκεκριμένα παραδείγματα με ένα βάρος υπέρμετρο — ένα βάρος που δεν θα έπρεπε να καλούνται να σηκώσουν εξαρχής.

Τα κοινά της φροντίδας, τα αναπαραγωγικά κοινά και οι πρωτοβουλίες ΚΑΛΟ στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής και φροντίδας—διαπερνώνται τόσο από εκμεταλλευτικούς μηχανισμούς, όπως αναδεικνύει η ΘΚΑ, όσο και  από τη συναισθηματική υφή της φροντίδας, όπως αναδεικνύει ο λόγος για τη φροντίδα. Αυτή η εγγενής αμφισημία γίνεται παραδεκτή ως εστίαση του ερευνητικού έργου στην ΚΑΛΟ και στις νέες θεσμικές προτάσεις για τη φροντίδα ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας.

10. Η μετασχηματιστική δυναμική της ΚΑΛΟ στη φροντίδα ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας

Το ερευνητικό έργο υπερασπίζεται την «αξία» των Κοινών και της ΚΑΛΟ ως πεδία για την ανάπτυξη αγώνων γύρω από την κοινωνική αναπαραγωγή βάσει των εξής αλληλένδετων προτάσεων. Τα Κοινά και η ΚΑΛΟ μπορούν να λειτουργήσουν στην κατεύθυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού της κοινωνικής αναπαραγωγής στον βαθμό που επιδρούν α) στο σύστημα αναγκών και β) στις κοινωνικές σχέσεις που συγκροτούν τα υποκείμενα εντός οικοσυστημάτων φροντίδας. Στη συνέχεια, επιχειρούμε να αποσαφηνίσουμε πώς νοηματοδοτούμε την αλλαγή του συστήματος κοινωνικών αναγκών και πώς την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων.

Αναφορικά με το σύστημα των κοινωνικών αναγκών, τα Κοινά και οι πρωτοβουλίες ΚΑΛΟ εξετάζονται στον βαθμό που μπορούν να επαναπολιτικοποιήσουν το σύστημα των κοινωνικών αναγκών (Adam, forthcoming). Για να ακολουθήσουμε αυτή την κατεύθυνση, πρέπει πρώτα να ιστορικοποιήσουμε το υπάρχον σύστημα αναγκών, ώστε να ανοίξουν υποσχόμενοι δρόμοι τόσο για θεωρητική διερεύνηση όσο και για πρακτικό πειραματισμό. Συγκεκριμένα, ο καπιταλισμός προσδιορίζει την παραγωγή και ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών με τέσσερις διακριτούς τρόπους:

  • αφήνει πολλές κοινωνικές ανάγκες ανικανοποίητες επειδή δεν μπορούν να υποστηριχθούν από επαρκή αγοραστική δύναμη (effective demand)·
  • καθιστά αόρατες τις κοινωνικές ανάγκες που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω αγοραίας ανταλλαγής·
  • παράγει τρόπους ικανοποίησης αναγκών που στοχεύουν πρωτίστως στη διευκόλυνση της αξιοποίησης του κεφαλαίου· και
  • καταστέλλει συλλογικούς τρόπους ικανοποίησης αναγκών.

Κι όμως, αυτοί ακριβώς οι περιορισμοί μπορούν να λειτουργήσουν και ως πεδία αμφισβήτησης, ανοίγοντας τον δρόμο προς έναν ευρύτερο κοινωνικό μετασχηματισμό. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω πρακτικές έχουν τη δυνατότητα να:

  • αναδείξουν τη μη ικανοποίηση υπαρχουσών κοινωνικών αναγκών,
  • διευκολύνουν την άρθρωση νέων κοινωνικών αναγκών
  • προτείνουν τρόπους ικανοποίησης που μεταβάλλουν τη μορφή και το περιεχόμενο των κοινωνικών αναγκών, και
  • πολιτικοποιήσουν εναλλακτικούς τρόπους συλλογικής παροχής.

Οι πρακτικές των Κοινών και της ΚΑΛΟ αποτελούν μέρος των αγώνων κοινωνικής αναπαραγωγής όχι με βάση κάποιο δεοντολογικό κριτήριο, αλλά με βάση την κοινωνικο-υλική τους λειτουργία. Η σημαντικότερη συμβολή τους δεν είναι ότι επιδιώκουν την επανανοηματοδότηση της αξίας της αναπαραγωγικής εργασίας — εξάλλου η αξία, με την καπιταλιστική της έννοια, δεν αποτελεί στόχο προς διεκδίκηση. Η κριτική τους συμβολή έγκειται στον τρόπο που αποκαλύπτουν τη λογική του κεφαλαίου (Adam, 2025). Πρώτον, αναδεικνύουν κοινωνικές ανάγκες (ποιοτική διάσταση) που θεωρούνται «μη νόμιμες» με βάση αυτήν τη λογική (De’ Ath, 2018), δηλαδή κοινωνικές ανάγκες που δεν επιτρέπεται να αναδυθούν επειδή ο τρόπος ικανοποίησής τους δεν συμβάλλει στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Δεύτερον, μπορούν και συχνά συμβάλλουν στην ικανοποίηση ακάλυπτων κοινωνικών αναγκών (ποσοτική διάσταση) για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες οι οποίες δεν μπορούν να τις υποστηρίξουν με την κατάλληλη αγοραστική δύναμη. Τρίτoν, συλλογικοποιούν τον τρόπο ικανοποίησης κοινωνικών αναγκών. Οι συλλογικοί τρόποι ικανοποίησης έχουν τη δυνατότητα να μεταβάλλουν τη μορφή και το περιεχόμενο των ίδιων των κοινωνικών αναγκών. Θεωρούμε αυτήν την αναλυτική διερεύνηση κρίσιμη στον βαθμό που μπορεί να απελευθερώσει τη δυνατότητα ενός διαφορετικού συστήματος αναγκών και αξιών χρήσης σε μια μετα-καπιταλιστική προοπτική.

Αναφορικά με την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων, μας ενδιαφέρει πώς ο οργανωτικός τύπος της πρακτικής ΚΑΛΟ επιδρά στις διαφορές ισχύος και αναδιαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των μερών των οικοσυστημάτων φροντίδας. Με επίκεντρο τη φροντίδα Ατόμων Μεγαλύτερης Ηλικίας (ΑΜΗ), διερευνούμε διαφορετικούς οργανωτικούς τύπους της ΚΑΛΟ και συνεξετάζουμε τους τρόπους με τους οποίους επιδρούν σε παρόχους, λήπτριες και συντονίστριες φροντίδας. Συγκεκριμένα, η μελέτη των φορέων ΚΑΛΟ στον τομέα της φροντίδας ΑΜΗ αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα σύνθετη και πολυεπίπεδη πραγματικότητα, την οποία μπορούμε να αναλύσουμε μέσα από τέσσερις άξονες:

  • τον σκοπό λειτουργίας,
  • τη σύνθεση των μελών,
  • το αντικείμενο της δραστηριότητάς τους, και
  • τη νομική μορφή

Ο Πίνακας 3 παρουσιάζει αυτήν την τυπολογία οργανωτικών τύπων της ΚΑΛΟ στη φροντίδα ΑΜΗ.

Πίνακας 3 Tυπολογία των φορέων ΚΑΛΟ στον τομέα της φροντίδας ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας 

Άξονες Κατηγορίες Χαρακτηριστικά Παραδείγματα 
1. Σκοπός λειτουργίας Συλλογική ωφέλεια Εστίαση στα μέλη Συνεταιρισμοί εργαζομένων, αλληλασφαλιστικά ταμεία.
Κοινωνική ωφέλεια Δράσεις υπέρ ευάλωτων ομάδων Ιδρύματα, ΜΚΟ, σωματεία
Μικτός σκοπός (συλλογική + κοινωνική ωφέλεια) συνδυασμός οικονομικής δραστηριότητας με κοινωνικό όφελος. Κοινωνικές επιχειρήσεις ένταξης, Κοινωνικοί συνεταιρισμοί
2. Σύνθεση μελών Ομοιογενείς φορείς Συμμετοχή μιας μόνο κατηγορίας εμπλεκομένων της αλυσίδας φροντίδας (π.χ. εργαζόμενοι ή χρήστες). Συνεταιρισμοί εργαζομένων ή χρηστών.
Πολυσυμμετοχικοί φορείς Συμμετοχή εργαζομένων, χρηστών, οικογενειών, τοπικών φορέων, δήμων. Κοινοτικοί συνεταιρισμοί, πολυσυμμετοχικοί συνεταιρισμοί
3. Αντικείμενο δραστηριότητας Φορείς με κύρια δραστηριότητα την φροντίδα Από κατ’ οίκον βοήθεια έως πρόληψη, ψυχική υγεία, δημιουργική απασχόληση. Συνεταιρισμοί φροντίδας
Φορείς με δευτερεύουσα/ συμπληρωματική δραστηριότητα τη φροντίδα Αξιοποίηση υφιστάμενης βάσης μελών και υποδομής.. Αγροτικοί συνεταιρισμοί, πιστωτικοί συνεταιρισμοί, αλληλασφαλιστικά ταμεία
4. Νομική μορφή Άτυπες συλλογικότητες Τοπικότητα, εθελοντισμός, αλληλεγγύη, αμοιβαιότητα Τράπεζες χρόνου, κοινοτικά δίκτυα φροντίδας
Νομικά πρόσωπα Θεσμική υπόσταση Κοινωνικές επιχειρήσεις, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης

 

Ως προς τον σκοπό, οι φορείς ΚΑΛΟ διακρίνονται σε εκείνους που αποσκοπούν πρωτίστως στη συλλογική ωφέλεια των μελών τους, συχνά μέσω συνεταιριστικών σχημάτων ή αλληλασφαλιστικών ταμείων, και σε εκείνους που εστιάζουν στην κοινωνική ωφέλεια, όπως ιδρύματα, σωματεία και Μη Κερδοσκοπικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) επιδιώκοντας την υπεράσπιση δικαιωμάτων και την υποστήριξη ευάλωτων ομάδων, όπως είναι οι ΑΜΗ ή οι μετανάστριες εργαζόμενες στη φροντίδα. Παράλληλα, αναγνωρίζεται μια τρίτη κατηγορία φορέων που συνδυάζουν τη συλλογική και κοινωνική ωφέλεια, χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων αποτελούν οι κοινωνικοί επιχειρήσεις ένταξης, οι οποίες συχνά λειτουργούν συνεταιριστικά, και επιδιώκουν τη συλλογική ωφέλεια των μελών τους που ανήκουν κατά κανόνα σε ευάλωτες ομάδες αλλά και την ευρύτερη κοινωνική ωφέλεια της κοινότητας στην οποία δραστηριοποιούνται (ILO, 2016).

Εξίσου κρίσιμη είναι η σύνθεση των μελών. Με βάση αυτόν τον άξονα, μπορούμε να διακρίνουμε ομοιογενή σχήματα που συγκροτούνται από μια μόνο κατηγορία εμπλεκομένων του οικοσυστήματος φροντίδας —όπως αποκλειστικά από εργαζομένες ή λήπτες— αλλά και πολυσυμμετοχικούς (multi-stakeholder) φορείς, οι οποίοι διευρύνουν την έννοια της συμμετοχής συμπεριλαμβάνοντας εργαζόμενες, λήπτες, μέλη οικογενειών, τοπικούς φορείς, προμηθευτές ή δημοτικές αρχές (iCareCoops, 2017). Η πολυ-συμμετοχικότητα συνάδει με τη διαδικασία αλληλεξάρτησης όλων των εμπλεκόμενων στο οικοσύστημα φροντίδας (Girard, 2023).

Ως προς το αντικείμενο δραστηριότητας, παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ορισμένοι φορείς επικεντρώνονται αποκλειστικά στη φροντίδα, είτε παρέχοντας εξαιρετικά εξειδικευμένες παραϊατρικές υπηρεσίες περιορισμένου εύρους είτε υιοθετώντας μια ολιστική προσέγγιση, η οποία καλύπτει ευρύ φάσμα υπηρεσιών, από την πρόληψη και την ψυχολογική υποστήριξη έως τη δημιουργική απασχόληση ΑΜΗ. Άλλοι φορείς, αν και δραστηριοποιούνται σε διαφορετικούς τομείς —όπως αγροτικοί ή πιστωτικοί συνεταιρισμοί— αναπτύσσουν συμπληρωματικά δράσεις κοινωνικής φροντίδας, αξιοποιώντας την υφιστάμενη οργάνωση και βάση μελών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πρώτοι συνεταιρισμοί υγείας στην Ιαπωνία, οι οποίοι αναδύθηκαν ιστορικά από αγροτικούς συνεταιρισμούς με στόχο την κάλυψη των αναγκών των μελών τους (Girald, 2022, Girarld, 2023, Jetté et al., 2023).

Ως προς τη νομική μορφή, συναντάμε τόσο άτυπες συλλογικότητες με κοινοτική βάση και συχνά ριζοσπαστικό χαρακτήρα (όπως οι τράπεζες χρόνου από και για ΑΜΗ-κατοίκους της περιοχής όπου παρέχουν και χρησιμοποιούν ποικίλες υπηρεσίες έχοντας ως μονάδα μέτρησης τον χρόνο), (Murtagh, 2017)), όσο και θεσμοθετημένα νομικά πρόσωπα, τα οποία προκύπτουν είτε από ομάδες ενδιαφερομένων, είτε από άτυπες πρωτοβουλίες που αποκτούν σταδιακά νομική υπόσταση, είτε από ήδη υφιστάμενες οργανώσεις οι οποίες αναπτύσσουν νέους, αυτόνομους φορείς προκειμένου να ενσωματώσουν πιο συστηματικά δράσεις φροντίδας. Η διεθνής εμπειρία αναδεικνύει μια ποικιλομορφία ως προς τις νομικές μορφές με τις οποίες ενδύονται οι φορείς ΚΑΛΟ: όπως συνεταιρισμοί εργαζομένων, συνεταιρισμοί ληπτών, πολυσυμμετοχικοί συνεταιρισμοί, αλληλασφαλιστικά ταμεία (mutuals), σωματεία, ιδρύματα και κοινωνικές επιχειρήσεις (είτε ως νομική μορφή είτε ως νομικό status), ενώ ενίοτε παρατηρείται η προσφυγή  σε πιο συμβατικές νομικές μορφές, όπως η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, για λόγους νομικής ασφάλειας και μείωσης της γραφειοκρατίας (ILO, 2016). Σημαντικές δυσκολίες ανακύπτουν όταν το συνεταιριστικό δίκαιο δεν προβλέπει πολυσυμμετοχικούς συνεταιρισμούς, με αποτέλεσμα να χρειάζεται ιδιαίτερη προσαρμογή του καταστατικού γύρω από ζητήματα διακυβέρνησης, εκπροσώπησης και λήψης αποφάσεων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ισότιμη μεταχείριση όλων των κατηγοριών μελών (iCareCoops, 2017).

Η τυπολογία των οργανωτικών τύπων επιδρά στις σχέσεις που αναπτύσσονται αλλά και στο φάσμα των υπηρεσιών που παρέχονται. Το ερευνητικό έργο επικεντρώνει στην κατ’ οίκον φροντίδα. Ο Gawande (2014) διατύπωσε τολμηρά επιχειρήματα και άνοιξε δρόμους που αλλάζουν τον τρόπο σκέψης σχετικά με τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη φροντίδα, με τρόπο που να σέβεται την αυτονομία και να ενισχύει την ποιότητα ζωής μέχρι το τέλος. Τόνισε ρητά τη σημασία της παρατεταμένης υποβοηθούμενης αλληλεξαρτώμενης μη ιδρυματικής διαβίωσης και των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων.

Κατά κανόνα, η παροχή κατ’ οίκον υπηρεσιών εξακολουθεί να παραμένει ομογενοποιημένη και τυποποιημένη, βασισμένη στη λογική one-size-fits-all. Ο λήπτης αντιμετωπίζεται ως παθητικός δέκτης, καθώς οι υπηρεσίες επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στην κάλυψη βασικών καθημερινών αναγκών — όπως καθαρισμός, προσωπική υγιεινή, μαγείρεμα και σίτιση. Αν και αυτή η προσέγγιση καλύπτει άμεσα και πρακτικά ζητήματα, δεν συμβάλλει στη μακροπρόθεσμη ευημερία των ΑΜΗ. Η απουσία δραστηριοτήτων που ενισχύουν τη φυσική άσκηση, την πρωτοβουλία και τη νοητική εγρήγορση μπορεί να επιταχύνει τη μείωση της κινητικότητας, να επιδεινώσει την ψυχική υγεία και να περιορίσει τις δυνατότητες κοινωνικής συμμετοχής. Έτσι η συμβατική αυτή προσέγγιση δεν προάγει την αυτενέργεια, δηλαδή την ικανότητα συνειδητής δράσης, η οποία καλλιεργεί την αίσθηση ελέγχου και συνδέεται με κρίσιμες ψυχολογικές, κοινωνικές και λειτουργικές διαστάσεις. Η απώλειά του ελέγχου συχνά οδηγεί το άτομο να αισθάνεται αβοήθητο και, σταδιακά, να υφίσταται απομόνωση και κοινωνικό αποκλεισμό (Nummijoki & Engeström, 2010). Για τον λόγο αυτό, κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος η μετάβαση από τυποποιημένες υπηρεσίες σε υπηρεσίες συνδιαμορφούμενες από τον λήπτη και την πάροχο. Η προσέγγιση της συνδιαμόρφωσης επιτρέπει στον λήπτη να αξιολογεί τις ανάγκες και τις εμπειρίες του, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να έχει ουσιαστικό λόγο στη διαμόρφωση της υπηρεσίας που λαμβάνει.

Ο Πίνακας 4 αποτυπώνει τους διαφορετικούς τρόπους εμπλοκής των ληπτών υπηρεσιών φροντίδας: από την απλή χρήση εξατομικευμένων υπηρεσιών μέχρι τη συνδιαμόρφωση και συνδιοίκηση ενός φορέα ΚΑΛΟ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, συναντούμε σχήματα όπου ΑΜΗ λειτουργούν ταυτόχρονα ως πάροχοι και λήπτες υπηρεσιών φροντίδας ή ακόμη και ως ιδρυτές επιχειρήσεων ΚΑΛΟ, αξιοποιώντας δεξιότητες, εμπειρίες και κοινωνικά δίκτυα (Murtagh, 2017). Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η συμβολή συνταξιούχων επαγγελματιών του τομέα υγείας και πρόνοιας, στην οργάνωση τοπικών εγχειρημάτων φροντίδας σε αγροτικές περιοχές, όπου η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας είναι περιορισμένη.  Συστήνοντας ή/και συμμετέχοντας σε συνεταιρισμούς φροντίδας, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας αρνούνται στην πράξη το στερεότυπο της αδυναμίας· αντιθέτως επιδεικνύουν ισχυρή παρουσία σε συλλογικές πρωτοβουλίες, συχνά συμβάλλοντας ως εθελοντές, εργαζόμενες, ως λήπτες και πάροχοι. Σε ορισμένα σχήματα, αξιοποιούνται ακόμη και ψηφιακές πλατφόρμες διευκολύνοντας την εξατομικευμένη επιλογή παρόχων, ενώ οι παρεχόμενες υπηρεσίες μπορεί να κυμαίνονται από οικιακή υποστήριξη έως κοινωνική συντροφιά και ψυχαγωγία. Η στενή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ παρόχου και λήπτη διαφοροποιεί βαθιά αυτά τα εγχειρήματα από τα παραδοσιακά κέντρα μεγάλης κλίμακας, τα οποία συχνά παρέχουν απρόσωπες υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας.

Πίνακας 4 Βαθμός συμμετοχής των μερών στη διαμόρφωση του οικοσυστήματος φροντίδας

Βαθμός συμμετοχής Περιγραφή Παραδείγματα
Παθητική χρήση υπηρεσιών Τυποποιημένες υπηρεσίες· ο λήπτης δεν έχει λόγο στη διαμόρφωση. Κλασικές κατ’ οίκον υπηρεσίες.
Εξατομικευμένες υπηρεσίες Προσαρμογή στο άτομο, αλλά χωρίς ενεργή συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Εξατομικευμένες υπηρεσίες μικρής κλίμακας
Συνδιαμόρφωση υπηρεσιών (co-cοnfiguration) Ο λήπτης συμμετέχει ενεργά σε σχεδιασμό, feedback, προσαρμογή υπηρεσίας. Συνεταιριστικές πλατφόρμες επιλογής παρόχου.
Συνδιοίκηση / συμμετοχή στη διακυβέρνηση Συμμετοχή σε όργανα απόφασης· δημοκρατική διακυβέρνηση. Πολυσυμμετοχικοί συνεταιρισμοί με μέλη χρήστες και παρόχους και μέλη του συγγενικού περιβάλλοντος, φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης
Διπλός ρόλος: λήπτης–πάροχος / ιδρυτής Τα ΑΜΗ είναι

και πάροχοι και λήπτες

Τράπεζες χρόνου, συνεταιρισμοί φροντίδας σε αγροτικές περιοχές

 

Το ζήτημα της ενδυνάμωσης δεν περιορίζεται μόνο στον λήπτη. Η αποκλειστική επικέντρωση στις ανάγκες του λήπτη, ενέχει τον κίνδυνο της όξυνσης της εκμετάλλευσης για τον πάροχο. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της φροντίδας έχει συνοδευτεί ιστορικά με την πελατειοκεντρική προσέγγιση όπου αναγνωρίζονται μόνο οι ανάγκες των ληπτών των υπηρεσιών σε βάρος των αναγκών των παρόχων (Nadasen, 2023). Η συστηματική υποτίμηση των αναγκών των παρόχων, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της αυξανόμενης συμμετοχής μεταναστριών στην ανάληψη των συγκεκριμένων καθηκόντων σε καθεστώς μεγάλης επισφάλειας, επιδρά εξουθενωτικά στις παρόχους εντείνοντας την εκμετάλλευση μέσα από την εσωτερίκευση του δόγματος της αγάπης και της προσφοράς. Αυτή η πραγματικότητα μπορεί να οδηγήσει στην υποτίμηση των αναγκών φροντίδας και κοινωνικής αναπαραγωγής των ίδιων των παρόχων και των οικείων τους. Από τη μια, η πάροχος καλείται να προσαρμόζει το περιεχόμενο των υπηρεσιών στα συγκεκριμένα δεδομένα, να αναστοχάζεται διαρκώς και να δοκιμάζει νέες πρακτικές που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες του λήπτη (Nummijoki and Engeström, 2010). Από την άλλη, χρειάζεται ειδική μέριμνα ώστε ο οργανωτικός τύπος να προσφέρει ενδυνάμωση και στον πάροχο μέσα από τη θεσμική αναγνώριση, τη διασφάλιση πρόσβασης σε κοινωνικά δικαιώματα και την κάλυψη των δικών του αναγκών κοινωνικής αναπαραγωγής και φροντίδας.

Επιπλέον, η συζήτηση για τα συστήματα παροχής κατ΄οίκον φροντίδας αγνοεί ή/και δεν συμπεριλαμβάνει τα μέλη του ευρύτερου συγγενικού και κοινωνικού περιβάλλοντος τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως συντονιστές/ριες του οικοσυστήματος φροντίδας ή/και να πλαισιώσουν τον μηχανισμό στήριξης προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Εν ολίγοις, μετατρέπει μια δυνητικά συλλογική διευθέτηση, σε μια δυαδική σχέση εξάρτησης η οποία ασκείται με προβληματικό τρόπο ή/και χωρίς να αναδιατάσσει το οικοσύστημα της φροντίδας και τις κοινωνικές σχέσεις που το διαπερνούν.

Με βάση τα παραπάνω, οι πρακτικές της ΚΑΛΟ έχουν μετασχηματιστική δυνατότητα να αναδιατάξουν τις υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις στο οικοσύστημα φροντίδας ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας στον βαθμό που αναγνωρίζουν α) όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και β) την εγγενή αμφισημία της πρακτικής της φροντίδας ως συναισθηματική σχέση, στοργή, και εμπιστοσύνη και ως εργασιακή σχέση η οποία ενσωματώνει στοιχεία εκμετάλλευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δυνατότητες της ΚΑΛΟ δεν προϋποτίθενται ως μια πιθανότητα win-win σεναρίου όπου όλα τα μέρη κερδίζουν, αλλά αναδεικνύουν ρητούς και άρρητους ανταγωνισμούς καθώς και πιθανότητες εν μέρει υπέρβασής τους σε μια νέα συλλογική διευθέτηση.

Τέλος, η δυνατότητα μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων εδράζεται σε μεγάλο βαθμό και στον τρόπο με τον οποίο εισέρχονται οι κρατικοί θεσμοί στην αναδιοργάνωση. Η έκφραση και η ικανοποίηση των αναγκών είναι εξαρτημένες από το εκάστοτε πλαίσιο: όταν η δημόσια και/ή κοινοτική παροχή θεωρείται δεδομένη, οι προσδοκίες αυξάνονται· όταν τέτοιες δομές απουσιάζουν, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και οι οικογένειές τους αναπτύσσουν ατομικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης, που συχνά οδηγούν σε ανικανοποίητες ή ανεπαρκώς καλυμμένες ανάγκες. Ακόμη και όταν υπάρχουν δημόσιοι φορείς και/ή ιδιωτικά ιδρύματα χρηματοδοτούμενα από το κράτος, η έλλειψη μηχανισμών ελέγχου και οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες αντίστοιχα οδηγούν σε επιδείνωση των συνθηκών εργασίας των φροντιστριών, συμπεριλαμβανομένου και  του χρόνου που αφιερώνεται ανά άτομο που έχει ανάγκη φροντίδας (Baines & Daly, 2021· Almeida et al., 2022). Αυτό, με τη σειρά του, προκαλεί αυξανόμενη δυσαρέσκεια των ληπτών των υπηρεσιών προς την τυπική φροντίδα και προσφυγή σε άτυπες λύσεις μέσω ανασφάλιστων μεταναστριών φροντιστριών. Ωστόσο, όταν η φροντίδα παρέχεται υπό τέτοιες συνθήκες, οι χαμηλοί μισθοί και οι επισφαλείς όροι εργασίας είναι ακόμη πιο έντονοι για αυτές τις φροντίστριες (Gottschall, 2023). Ο ILO (2016) έχει υπογραμμίσει την ανάγκη τυποποίησης αυτού του τύπου οικιακής εργασίας μέσω ενός φάσματος προτάσεων πολιτικής που αφορούν ρυθμίσεις εργασίας, κάλυψη κοινωνικής ασφάλισης, ενημέρωση και κατάρτιση. Επίσης, η εξάρτηση πρακτικών της ΚΑΛΟ από την εθελοντική εργασία εγείρει σημαντικά ερωτήματα βιωσιμότητας των εγχειρημάτων που δραστηριοποιούνται στη φροντίδα (Matysiak, 2017).

Εν ολίγοις, τα επιχειρήματα κατά των Κοινών και της ΚΑΛΟ υπό την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού δεν είναι αβάσιμα. Εάν η αυτοδιαχείριση της κοινωνικής αναπαραγωγής θέλει να υπερβεί το επίπεδο μιας απλής στρατηγικής επιβίωσης —χωρίς να παραβλέπεται η ζωτική αυτή λειτουργία— η κρίσιμη πολιτική διάσταση έγκειται στη διερεύνηση και κριτική εξέταση διαφορετικών τρόπων οργάνωσης. Από αυτήν την οπτική, η διερεύνηση εναλλακτικών τρόπων οργάνωσης της παροχής (δημόσια παροχή, κοινοτική παροχή με δημόσια χρηματοδότηση, κοινοτική παροχή χωρίς κρατική χρηματοδότηση) αποτελούν κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα που αναδεικνύουν τον εγγενή πολιτικό χαρακτήρα αυτών των προσεγγίσεων και πρακτικών. Από αυτήν την σκοπιά, μας ενδιαφέρει το ανολοκλήρωτο πρόταγμα του κοινωνικού κράτους προς μια καθολικότητα η οποία διασφαλίζει ταυτόχρονα: πρόσβαση, ποιότητα, λογοδοσία/επίβλεψη, συνέχεια.

Ο Πίνακας 5 επιχειρεί να συνθέσει όλες τις πτυχές της δυνητικής μετασχηματιστικής δυναμικής των πρακτικών ΚΑΛΟ στο πεδίο της φροντίδας ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας σε ένα ενιαίο αναλυτικό πλαίσιο. Οι στήλες αποτυπώνουν πιθανά πεδία στον μετασχηματισμό του συστήματος αναγκών φροντίδας ενώ οι γραμμές εξειδικεύουν τα επίπεδα ενδυνάμωσης ανά μέρος του οικοσυστήματος φροντίδας. Ο Πίνακας 5 στη συμπληρωμένη του μορφή παρουσιάζεται μόνο για λόγους παρουσίασης ως διερευνητικό εργαλείο το οποίο θα καθοδηγήσει την εμπειρική έρευνα (Πακέτο Εργασίας 3).

Πίνακας 5: Η μετασχηματιστική δυναμική της ΚΑΛΟ στη φροντίδα ΑΜΗ: ανάγκες και κοινωνικές σχέσεις 

Ανάγκες

 

Ενδυνάμωση  

Ακάλυπτες ανάγκες 

(unmet) 

Αόρατες Ανάγκες 

(invisible) 

Τρόπος κάλυψης

(need satisfier)

Τρόπος παροχής (provisioning system)
 

Λήπτες 

Συνοδεία,αυτονομία, πληροφορίες Συντροφιά, ενεργοποίηση, αναγνώριση εμπειρίας Συντροφιά, συμμετοχή σε κοινωνικές εκδηλώσεις, πολιτισμική δημιουργία Χρηματοδότηση από τον δήμο, χρηματοδότηση από ασφαλιστικά ταμεία ή/και συνδυασμός
Πάροχοι  Εργασιακή επισφάλεια, νομιμοποιητικά έγγραφα, επαγγελματική αναγνώριση, εκμάθηση γλώσσας Προσωπικός χρόνος, κοινωνικοποίηση, φροντίδα οικογενειακού & συγγενικού δικτύου Αύξηση μισθού

Μείωση ωρών εργασίας

Τυποποποίηση αδειών

Συνδικαλιστικά δικαιώματα

Συνεταιρισμός εργαζομένων ή πολυσυμμετοχικός συνεταιρισμός,  παραχώρηση ακίνητης και κινητής περιουσίας ΟΤΑ, προγραμματικές συμβάσεις, δημόσιες συμβάσεις κοινωνικής αναφοράς
Συντονιστές/ριες  Εμπιστοσύνη, ασφάλεια, υποστήριξη Δυνατότητα μετακίνησης/απουσίας, επικέντρωση στη συναισθηματική σχέση Πληροφόρηση, πρόσβαση σε δίκτυο παρόχων, οικονομική υποστήριξη Πολυσυμμετοχικός συνεταιρισμός

Σύλλογος υποστηρικτών/ριών

τοπική επιτροπή

 

11. Τα Άτομα Μεγαλύτερης Ηλικίας ως δρώντα υποκείμενα

Τα Άτομα Μεγαλύτερης Ηλικίας (ΑΜΗ) είναι φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και άρα έχουν ικανότητα δικαίου από τη γέννησή μέχρι τον θάνατό τους, όπως ισχύει για κάθε ΦΠ (αρ. 34, 35 ΑΚ). Το ότι φέρουν ικανότητα δικαίου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι πάντα και δικαιοπρακτικά ικανά. Για να λογίζονται ως δικαιοπρακτικά ικανά θα πρέπει να μπορούν να καταρτίζουν νομικές πράξεις (δικαιοπραξίες), εξωτερικεύοντας τη βούλησή τους και αντιλαμβανόμενοι τις έννομες συνέπειες.

Ως ενήλικες (ΑΚ 127) τα ΑΜΗ είναι απολύτως ικανά για δικαιοπραξία. Ωστόσο, σε περίπτωση σωματικής, ψυχικής ή πνευματικής νόσου, η οποία επιδρά στην ικανότητα αντίληψης, το δικαστήριο, αναλόγως της βαρύτητας της νόσου, μπορεί να τα κηρύξει ως περιορισμένα ικανά ή ανίκανα δικαιοπρακτικά. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστής διατάσσει την υποβολή σε καθεστώς επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης, όπου χρειάζεται έγγραφη συναίνεση από τον δικαστικό συμπαραστάτη πριν την τέλεση δικαιοπραξιών ή τη διεξαγωγή δικών) (αρ. 1676 επ. ΑΚ) ή σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, όπου αντιπροσωπεύονται από δικαστικό συμπαραστάτη για την τέλεση δικαιοπραξιών ή την διεξαγωγή δικών.

Για να συμμετέχουν τα ΑΜΗ  σε μια έρευνα δεν χρειάζεται να είναι δικαιοπρακτικά ικανά. Με τη συμμετοχή τους αυτή δεν καταρτίζουν κάποια δικαιοπραξία. Απλώς δηλώνουν μονομερώς τη βούλησή τους, δηλαδή ότι συναινούν να συμμετέχουν στην εν λόγω έρευνα και στη συλλογή και επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων (που θα παραχθούν μέσα από τη συμμετοχή τους) για λόγους ερευνητικούς. Η δήλωση αυτή, σε αντίθεση με μια δικαιοπραξία, δεν στοιχειοθετεί κάποια νομική δέσμευση για τον δηλούντα. Χωρίς όμως αυτή, δεν μπορεί να διεξαχθεί η έρευνα και δεν μπορεί η ερευνήτρια να συλλέξει και να επεξεργαστεί τα προσωπικά δεδομένα με σύννομο τρόπο. Ειδικότερα, σύμφωνα με το αρ. 4 παρ.11 του Γενικoύ Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων της ΕΕ «”συγκατάθεση” του υποκειμένου των δεδομένων’ ορίζεται κάθε ‘ένδειξη βουλήσεως, ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν».

Σε περίπτωση που η ηλικιωμένη δεν είναι σε θέση να παρέχει η ίδια συγκατάθεση, τότε θα εφαρμοστεί η εθνική νομοθεσία. Συνεπώς, αν βρίσκεται υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, τότε θα ισχύσουν οι διατάξεις περί δικαστικής συμπαράστασης.

Πέραν όμως της νομικής διάστασης υπάρχει και μια ηθική διάσταση στη συμμετοχή των ΑΜΗ στην έρευνα. Με αφετηρία την προσέγγιση των συμμετεχόντων ως δρώντων υποκειμένων και όχι ως «αντικειμένου μελέτης», δεν επαρκεί η συγκατάθεση με νομικούς όρους, αλλά η προσθήκη και ηθικών όρων, ζητώντας τη συναίνεση του ίδιου του υποκειμένου ακόμη και όταν αυτό έχει περιορισμένη ικανότητα να την παρέχει. Συνεπώς, στην περίπτωση που ο συμμετέχων βρίσκεται σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης ζητείται τόσο η συγκατάθεση του δικαστικού συμπαραστάτη (νομικός όρος) όσο και του ιδίου του συμμετέχοντα (ηθικός όρος). Σε περίπτωση που ο ίδιος ο συμμετέχων αρνηθεί τότε η άρνηση αυτή υπερτερεί έναντι της συγκατάθεσης του δικαστικού συμπαραστάτη και έτσι δεν συμμετέχει στη έρευνα. Η ικανότητα συμμετοχής και συναίνεσης τεκμαίρεται ότι υφίσταται μέχρι να διαπιστωθεί το αντίθετο στα πλαίσια της ερευνητικής διαδικασίας (μαχητό τεκμήριο ικανότητας). Αυτή η προσέγγιση έχει στον πυρήνα της την ενδυνάμωση του υποκειμένου και τη θέση του στο επίκεντρο της ερευνητικής διαδικασίας, ακολουθώντας τις τέσσερις αρχές των Beauchamp και Childress (2001): αυτονομία, μη βλάβη, κοινωνική ωφέλεια και δικαιοσύνη, και υιοθετώντας έτσι ένα δεοντολογικό πλαίσιο για την κοινωνική έρευνα με ΑΜΗ, που προάγει τη συμπερίληψη κι όχι τον αποκλεισμό τους από τις έρευνες που τους αφορούν και στις οποίες κατά κανόνα υπο-εκπροσωπούνται (Evans et al., 2020).

Στο πλαίσιο αυτό, η ικανότητα συγκατάθεσης και συμμετοχής στην έρευνα δεν αντιμετωπίζεται μέσα από ένα δίπολο: «ικανός/ανίκανος». Αντιθέτως λογίζεται ως μια δυναμική κατάσταση με διαβαθμίσεις μεταξύ των δύο άκρων. Οι διαβαθμίσεις αυτές επηρεάζονται όχι μόνο από ενδογενείς παράγοντες (όπως γνωστικά προβλήματα, απώλεια μνήμης, περιορισμένη ακοή και όραση), αλλά και εξωγενείς παράγοντας με προεξάρχοντα τον τρόπο που η ερευνήτρια αλληλεπιδρά με τον συμμετέχοντα, που μπορεί να διευκολύνει την κατανόηση και να ενθαρρύνει τη συμμετοχή ή αντίστοιχα να αποτρέψει τη συμμετοχή του (Altawalbeh et al., 2020, Sanjari et al., 2014). Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η ερευνητική ομάδα οφείλει να λάβει τα δέοντα μέτρα για να δημιουργήσει ένα ασφαλές περιβάλλον συμμετοχής υιοθετώντας κατάλληλες στρατηγικές επικοινωνίας και εργαλεία κατανόησης που ενθαρρύνουν και στηρίζουν τον συμμετέχοντα να εκφραστεί όσο το δυνατόν πιο άμεσα και αδιαμεσολάβητα. Παραδείγματα τέτοιων πρακτικών είναι:

  • χρήση απλής γλώσσας καθόλη τη διάρκεια της συνέντευξης,
  • συχνές επαναλήψεις βασικών σημείων,
  • παρουσία οικείων προσώπων, όπου αυτό είναι αναγκαίο (μελών οικογένειας),
  • επαναξιολόγηση της συναίνεσης καθ’ όλη τη διάρκεια της συμμετοχής.

Η συναίνεση, επομένως, δεν σηματοδοτεί μια στιγμιαία κατάσταση, αλλά αποτελεί μια διαρκή, συνεχή και δυναμική διαδικασία που διατρέχει τη σχέση του συμμετέχοντα με την ερευνήτρια για όσο διαρκεί η εμπειρική έρευνα (Klykken, 2021). Με τον τρόπο αυτό, διευκολύνεται η συμμετοχή ακόμη και εκείνων που θεσμικά δεν θεωρούνται «ικανοί», εφόσον διασφαλίζεται η κατανόηση, η αξιοπρέπεια και η προστασία τους. Έτσι, η ίδια η έρευνα μετατρέπεται σε πράξη φροντίδας του υποκειμένου: μια διαδικασία όπου η γνώση συν-παράγεται, το υποκείμενο καθίσταται ορατό και η φροντίδα επανανοηματοδοτείται ως μια διαδικασία χειραφετική.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές 

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία 

Abram, S., Bernhardt, F., Flückiger, N., Hofstetter, J. L., & Maaroufi, M. (2025). Cooking, caring, and commoning: Grassroots community kitchens across five European cities. Urban Planning, 10.

Adam, S. (2018). Social and solidarity economy and the crisis: Challenges from the public policy perspective. East West Journal of Economics and Business, XXI (1–2), 89–102.

Adam, S. (2019). Legal innovations for the social and solidarity economy: The case of Greece. International Journal of Cooperative Law, 2, 55–67.

Adam, S. (2025). Social reproduction within, outside and beyond capitalism: The role of prefigurative politics. Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 45, 51–76.

Adam, S. (forthcoming). Exploring human needs in the degrowth discourse: Dissecting assumptions and challenging distinctions. Degrowth Journal.

Almeida, V., Barata, M. J., & Daniel, F. (2022). The impact of crisis and austerity on long-term care for older people in Portugal – An analysis based on the experiences of social workers in private institutions for social solidarity. Journal of Social Service Research, 48(1), 108–119. https://doi.org/10.1080/01488376.2021.1969313

Aslanidou, V., et al. (2025). Loneliness, support, and care models in Greece: A cross-sectional study. PMC. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC12317661

Baines, D., & Daly, T. (2021). Borrowed time and solidarity: The multi-scalar politics of time and gendered care work. Social Politics: International Studies in Gender, State & Society, 28(2), 385–404. https://doi.org/10.1093/sp/jxz017

Baltes, P. B., & Baltes, M. M. (1990). Psychological perspectives on successful aging: The model of selective optimization with compensation. In P. B. Baltes & M. M. Baltes (Eds.), Successful aging: Perspectives from the behavioral sciences (pp. 1–34). Cambridge University Press.

Beauchamp, T. L., & Childress, J. F. (2001). Principles of biomedical ethics (5th ed.). Oxford University Press.

Bengtson, V. L., & Schaie, K. W. (Eds.). (1999). Handbook of theories of aging. Springer Publishing Company.

Bengtson, V. L., Gans, D., Putney, N. M., & Silverstein, M. (Eds.) (2009). Handbook of Theories of Aging (2nd ed.). Springer Publishing Company.

Biggs, S., & Powell, J. L. (2001). A Foucauldian analysis of old age and the power of social welfare. Journal of Aging & Social Policy, 12(2), 93–112. https://doi.org/10.1300/J031v12n02_06

Birren, J. E., & Bengtson, V. L. (Eds.). (1988). Emergent theories of aging. Springer Publishing Company.

Bjorksten, J. (1968). The crosslinkage theory of aging. Journal of the American Geriatrics Society, 16(4), 408–427. https://doi.org/10.1111/j.1532-5415.1968.tb02821.x

Bollier, D., & Helfrich, S. (Eds.). (2012). The wealth of the commons: A world beyond market and state. Levellers Press.

Caffentzis, G., & Federici, S. (2014). Commons against and beyond capitalism. Community Development Journal, 49, i92–i105.

Calasanti, T. (2010). Gender relations and applied research on aging. The Gerontologist, 50(6), 720–734. https://doi.org/10.1093/geront/gnq085

De Angelis, M. (2007). The beginning of history: Value struggles and global capital. Pluto Press.

De Angelis, M. (2017). Omnia sunt communia: On the commons and the transformation to postcapitalism. Zed Books.

Del Re, A. (2015). Collective spaces. Viewpoint Magazine. https://viewpointmag.com/2015/10/31/collective-spaces/

Dengler, C., & Lang, M. (2022). Commoning care: Feminist degrowth visions for a socio-ecological transformation. Feminist Economics, 28(1), 1–28.

Dengler, C., Völkle, H., & Ware, S. (2025). Time and space for social-ecological transformation: Care-full commoning in and beyond the ecofeminist city. Environmental Politics, 34(5), 861–881.

Estes, C. L., & Binney, E. A. (1989). The biomedicalization of aging: Dangers and dilemmas. Gerontologist, 29(5), 587–596. https://doi.org/10.1093/geront/29.5.587

Estes, C.L. & Biggs, S. & Phillipson, C.(2003). Social theory, social policy and ageing. A critical introduction. Open University Press.

Evans, C. J., Yorganci, E., Lewis, P., Higginson, I. J., Yi, D., Blandford, A., et al. (2020). Processes of consent in research for adults with impaired mental capacity nearing the end of life: Systematic review and transparent expert consultation (MORECare_Capacity statement). BMC Medicine, 18, 221. https://doi.org/10.1186/s12916-020-01654-2

European Commission. (2024). The demographic situation in the EU: Trends and projections. Brussels: European Commission.

Eurostat. (2024). Population projections by age and sex. Luxembourg: European Commission.

Federici, S. (2019b). Re-enchanting the world: Feminism and the politics of the commons. PM Press.

Ferguson, S. (2020). Women and work: Feminism, labour and social reproduction. Routledge.

Ferrucci, L., Gonzalez-Freire, M., Fabbri, E., Simonsick, E., Tanaka, T., Moore, Z., et al. (2019). Measuring biological aging in humans: a quest. Aging cell, 19(2), https://doi.org/10.1111/acel.13080

Fraser, N. (2023). Cannibal capitalism: How our system is devouring democracy, care, and the planet—and what we can do about it. Verso.

Gawande, A. (2014). Being mortal: Medicine and what matters in the end. Metropolitan Books/Henry Holt and Company.

Girald, J. P. (2022). Health and care sector and the social and solidarity economy (UNTFSSE Knowledge Hub Draft Paper Series). https://knowledgehub.unsse.org/knowledge-hub/health-and-care-sector-and-the-social-and-

Girald, J. P. (2023). Health and care sector. In I. Yi et al. (Eds.), Encyclopedia of the social and solidarity economy (pp. 240–247). Edward Elgar Publishing. https://www.e-elgar.com/shop/gbp/encyclopedia-of-the-social-and-solidarity-economy-9781803920917.html

Gonidakis, S., & Longo, V. D. (2009). Programmed longevity and programmed aging theories. Στο V. Bengtson, M. Silverstein, N. Putney & D. Gans (Eds.), Handbook of theories of aging , (215–228).Springer.

Gonzalez, M., & Neton, J. (2014). The logic of gender: On the separation of spheres and the process of abjection. In A. Pendakis, J. Diamanti, N. Brown, J. Robinson, & I. Szeman (Eds.), The contemporary Marxist theory: A reader (pp. 149–174). Bloomsbury.

Gottschall, K. (2023). The interaction of gender regimes and long-term care provision across Europe: Ambivalent intersections of gender, class and ethnicity. Women’s Studies International Forum. Advance online publication. https://doi.org/10.1016/j.wsif.2023.102745

Guérin, I., Hillenkamp, I., & Verschuur, C. (2021a). Social reproduction: A key issue for feminist solidarity economy. In C. Verschuur, I. Guérin, & I. Hillenkamp (Eds.), Social reproduction, solidarity economy, feminisms and democracy: Latin America and India. Cham, Palgrave Macmillan.

Guérin, I., Hillenkamp, I., & Verschuur, C. (2021b). Solidarity economy under a feminist lens: A critical and possibilist analysis. In C. Verschuur, I. Guérin, & I. Hillenkamp (Eds.), Social reproduction, solidarity economy, feminisms and democracy: Latin America and India. Cham, Palgrave Macmillan.

Harman, D. (1956). Aging: A Theory Based on Free Radical and Radiation Chemistry. Journal of Gerontology,11(3), 298–300. https://doi.org/10.1093/geronj/11.3.298

Hayflick, L. (1998). How and Why We Age. Experimental Gerontology, 33, 639–653. https://doi.org/10.1016/s0531-5565(98)00023-0

ILO (2016). Formalizing domestic work. https://www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/—ed_protect/—protrav/—travail/documents/publication/wcms_536998.pdf

iCareCoops. (2017). Change your world with iCareCoops (Foundation guide). https://svenskkooperation.se/wp-content/uploads/2018/01/icc-foundation-guide-web-en-1.0.pdf

Jetté, C., Vaillancourt, Y., & Lenzi, C. (2023). Care and home support services. In I. Yi et al. (Eds.), Encyclopedia of the social and solidarity economy (pp. 187–193). Edward Elgar Publishing. https://www.elgaronline.com/display/book/9781803920924/book-part-9781803920924-38.xml

Klykken, F. H. (2021). Implementing continuous consent in qualitative research. Qualitative Research, 22(5), 795–810. https://doi.org/10.1177/14687941211014366

Kotsadam, A. (2011). Does informal eldercare impede women’s employment? The case of European welfare states. Feminist Economics, 17(2), 121–144. https://doi.org/10.1080/13545701.2011.566587

Laville, J.-L. (2010). The social and solidarity economy: A global perspective. International Journal of Social Economics, 37(5), 371–382.

Laville, J.-L., & Eynaud, P. (2019). Rethinking social enterprise through philanthropic and democratic solidarities. In P. Eynaud, J.-L. Laville, L. dos Santos, S. Banerjee, F. Avelino, & L. Hulgård (Eds.), Theory of social enterprise and pluralism: Social movements, solidarity economy, and global south. Routledge.

Linebaugh, P. (2008). The Magna Carta manifesto: Liberties and commons for all. Berkeley, University of California Press.

Marques, J. S. (2014). Social and solidarity economy: Between emancipation and reproduction. UNRISD Occasional Paper: Potential and Limits of Social and Solidarity Economy, No. 2, Geneva: United Nations Research Institute for Social Development (UNRISD).

Matysiak, I. (2017). Elderly people as key actors behind social innovations in rural areas: Examples of care cooperatives in the Netherlands. Acta Innovations, 24, 30–37. https://www.actainnovations.com/index.php/pub/article/view/24_4

Monticelli, L. (2021). On the necessity of prefigurative politics. Thesis Eleven, 167(1), 99–118.

Murtagh, B. (2017). Ageing and the social economy. Social Enterprise Journal, 13(3), 216–233. https://doi.org/10.1108/SEJ-02-2017-0009

Nadasen, P. (2023). Care: The highest stage of capitalism. Haymarket Books.

Notes from Below. (2025). Hammering the sky: Collective action in care (Issue 25). https://notesfrombelow.org/

Nummijoki, J., & Engeström, Y. (2010). Towards co-configuration in home care of the elderly: Cultivating agency by designing and implementing the mobility agreement. In H. Daniels, A. Edwards, Y. Engeström, T. Gallagher & S. R. Ludvigsen (Eds.), Activity theory in practice: Promoting learning across boundaries and agencies (pp. 49–71). Routledge.

Ostrom, E. (1990). Governing the commons: The evolution of institutions for collective action. Cambridge University Press.

Riley, M. W., & Riley, J. W., Jr. (1994). Age integration and the lives of older people. The Gerontologist, 34(1), 110–115. https://doi.org/10.1093/geront/34.1.110

Sanjari, M., Bahramnezhad, F., Fomani, F. K., Shoghi, M., & Cheraghi, M. A. (2014). Ethical challenges of researchers in qualitative studies: The necessity to develop a specific guideline. Journal of Medical Ethics and History of Medicine, 7, Article 14. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC4263394/

Stark, S. (2005). Gender, care, and employment: The experience of older women. European Journal of Social Work, 8(4), 345–358. https://doi.org/10.1080/13691450500303387

Triantafillou, J., Mestheneos, E., Prouskas, C., Goltsi, V., Kontouka, S. & Loukissis, A. (2006). The national survey report for Greece: EUROFAMCARE – Services for supporting family carers of dependent older people in Europe: Characteristics, coverage and usage. http://www.uke.uni-hamburg.de/extern/eurofamcare/documents/deliverables/nasure_el.pdf

Utting, P. (2015). Social and solidarity economy: A pathway to sustainable development. Geneva: United Nations Research Institute for Social Development (UNRISD).

World Health Organization (WHO) (2002). Active Ageing: a policy framework. https://iris.who.int/server/api/core/bitstreams/0418705f-1c82-4fe2-82d6-d4faee89dfa0/content

World Health Organization (WHO) (2015). World report on ageing and health. https://www.who.int/publications/i/item/9789241565042

World Health Organization (WHO) (2020). Decade of Healthy Ageing: Baseline Report. https://www.who.int/publications/b/56512

World Health Organization, Regional Office for Europe (2024). State of long-term care in Greece. https://www.who.int/europe/publications/i/item/WHO-EURO-2024-10369-50141-75518

World Health Organization (WHO) (2025). Ageing and health. https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/ageing-and-health

Zechner, M. (2022). Childcare commons: Feminist subversions of community and commune in Barcelona. ephemera, 22(2), 19–49.

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

Αστικός Κώδικας, Άρθρα 34, 35 και 1676.

Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων της ΕΕ, αρ. 4 παρ. 11.

Έμκε-Πουλοπούλου Ή. (1983). Δημογραφική γήρανση στην Ελλάδα. The Greek Review of Social Research49, 35–51. https://doi.org/10.12681/grsr.180

Έμκε-Πουλοπούλου, Ή. (1999). Έλληνες ηλικιωμένοι πολίτες: Παρελθόν, παρόν & μέλλον. Αθήνα: Έλλην.

Ένωση Διοικητικών Δικαστών. (2025, Αύγουστος 28). Υπόμνημα 114ο επί του νομοσχεδίου με τίτλο “Αναμόρφωση πλαισίου και διαδικασιών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών – Λοιπές ρυθμίσεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου”. https://www.edd.gr/index.php/currentaffairs/memos/455-ypomnima-enosis-dioikitikon-dikaston-gia-metanasteftiko-nomosxedio

Federici, S. (2020). Το σημείο μηδέν της επανάστασης. Οικιακή εργασία, αναπαραγωγή και φεμινιστικός αγώνας. Angelus Novus

Η Κολεκτίβα της Φροντίδας. (2021). Το Μανιφέστο της Φροντίδας. Εκδόσεις Ροπή.

Hooyman, N., & Kiyak, H. A. (2023). Κοινωνική Γεροντολογία: Μια διεπιστημονική προσέγγιση για τους επαγγελματίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας. Gotsis Εκδόσεις.

Καραμεσίνη, Μ. (Επιμ.) (2025). Το ελληνικό σύστημα φροντίδας ηλικιωμένων αντιμέτωπο με τη δημογραφική γήρανση.Οι προκλήσεις της συμπεριληπτικότητας και της ισότητας των φύλων. Εκδόσεις Τόπος

Κοτζαμάνης, Β., Μαράτου-Αλιπράντη, Λ., Τεπέρογλου, Α., & Τζωρτζοπούλου, Μ. (επιμ.). (1996). Γήρανση και κοινωνία: Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου ΕΚΚΕ. Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών

Κοτζαμάνης, Β. (2021). Δημογραφικές εξελίξεις και προκλήσεις. ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ

Μουσούρου, Ε. (2002). Οικογένεια και Κράτος Πρόνοιας: Τάσεις και προοπτικές. Στο Λ.Μαράτου Αλιπραντη (επιμ.), Οικογένειες και Κράτος Πρόνοιας στην Ευρώπη (23-33). Gutenberg

Διαδικτυακές Πηγές

https://www.timafoundation.org/el/third-age/

https://www.uke.de/extern/eurofamcare

https://ypergasias.gov.gr/koinoniki-asfalisi/syntaxeis/kyria-syntaxi/

 

[1] https://www.who.int/initiatives/decade-of-healthy-ageing πρόσβαση 24/11/2025

[2] Ο δείκτης αυτός ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού 65 ετών και άνω σε σχέση με τον πληθυσμό ηλικίας 15–64 ετών

[3] https://www.timafoundation.org/el/third-age/ (πρόσβαση 30/11/2025)

[4] https://www.uke.de/extern/eurofamcare/ (πρόσβαση 27/11/2025)

[5] https://ypergasias.gov.gr/koinoniki-asfalisi/syntaxeis/kyria-syntaxi/ (πρόσβαση 1/12/2025)

[6] https://minscfa.gov.gr/ilikiomenoi/ (πρόσβαση 1/12/2025)

[7] Όπως παραπάνω

[8] https://minscfa.gov.gr/ilikiomenoi/ (πρόσβαση 1/12/2025)