Untitled design

Αναλυτικό Πλαίσιο του ELDERWISE (A΄ μέρος)

Το παρόν κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος του αναλυτικού πλαισίου του ELDERWISE,  το οποίο βασίζεται σε εκτενή ανασκόπηση της βιβλιογραφίας.

  1. Η Έννοια και η Θεωρία της Κοινωνικής Αναπαραγωγής 

Η έννοια της κοινωνικής αναπαραγωγής χαρακτηρίζεται από μια εγγενή αταξία (Bezanson, 2006· Fernandes et al., 2023), όπως παραδειγματικά περιγράφεται στα λόγια της Katz: «Η κοινωνική αναπαραγωγή είναι η σαρκική, ακατάστατη και απροσδιόριστη ύλη της καθημερινής ζωής» (Katz, 2001· 711, μετάφραση). Η παρούσα ενότητα στοχεύει να παρουσιάσει την ιστορική εξέλιξη της έννοιας της κοινωνικής αναπαραγωγής. Προς αυτόν τον στόχο, δεν φιλοδοξούμε να αγγίξουμε όλες τις κεντρικές συζητήσεις που διαμορφώνουν αυτή τη διευρυμένη βιβλιογραφία (Bhattacharya et al., 2022), οι οποίες εκτείνονται από τη θέση του φύλου μέσα στη συνολική καπιταλιστική σχέση (Vogel, 2013 {1983}), τις πρόσφατες προσεγγίσεις στην έννοια της διαθεματικότητας και του τρόπου με τον οποίο διαφορετικές μορφές κοινωνικής καταπίεσης συγκροτούνται από κοινού (Ferguson, 2016),  έως και τη διασύνδεση μεταξύ κοινωνικής αναπαραγωγής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας (Collins, 2019). Στο εξής, εστιάζουμε στις συζητήσεις που σχετίζονται άμεσα με τον ορισμό της έννοιας της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Μία από τις πρωτοπόρες που κατέστησαν ρητή τη σύνδεση μεταξύ της καταπίεσης των γυναικών και της αναπαραγωγικής εργασίας ήταν η Inman, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ, ήδη από το 1940 (Bhattacharya et al., 2022). Η Benston (1997 {1969}) προσέγγισε την οικιακή εργασία ως απαραίτητη για τον καπιταλισμό αλλά μη παραγωγική με την καπιταλιστική έννοια, ενώ ταυτόχρονα εντόπισε την πυρηνική οικογένεια ως προ-βιομηχανική οντότητα που συμβάλλει στη σταθεροποίηση των συνολικών καπιταλιστικών σχέσεων. Αυτές οι συνεισφορές οδήγησαν στην ανάδυση της συζήτησης για την οικιακή εργασία, πρόδρομο της Θεωρίας Κοινωνικής Αναπαραγωγής (ΘΚΑ) όπως τη συλλαμβάνουμε σήμερα. Η συζήτηση αυτή αποτυπώνεται στις αναλύσεις και τη δράση των αυτόνομων μαρξιστριών φεμινιστριών (Dalla Costa, 1972· Federici, 1974· Fortunati, 1995). 

Αυτές ανέλαβαν διττό ρόλο: παρείχαν τη θεωρητική βάση για τη δομική αναγκαιότητα της γυναικείας οικιακής εργασίας στον καπιταλισμό και διατύπωσαν πολιτικές στρατηγικές (όπως οι μισθοί για την οικιακή εργασία) ικανές να απο-φυσικοποιήσουν και να πολιτικοποιήσουν αυτή τη δεδομένη δομική αναγκαιότητα. Υποστήριξαν ότι η απλήρωτη οικιακή εργασία των γυναικών παράγει αξία επειδή παράγει το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη. Ο παραγωγικός ή μη παραγωγικός χαρακτήρας της γυναικείας οικιακής εργασίας υπήρξε κεντρικό σημείο συζήτησης στις φεμινιστικές αναλύσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής έκτοτε και εξακολουθεί να παράγει διαιρέσεις μέχρι σήμερα (Federici, 2019a· Mezzadri, 2019).

Πέρα από το ζήτημα της παραγωγής αξίας, η αποκλειστική εστίαση στην απλήρωτη οικιακή εργασία δέχτηκε εκτεταμένη κριτική από γυναίκες της μαύρης κοινότητας και του παγκόσμιου Νότου, καθώς δεν περιλάμβανε τις δικές τους εμπειρίες ως οικιακές βοηθοί, μισθωτές εργαζόμενες, και καθώς αντιλαμβάνονταν τους ρόλους τους μέσα στο νοικοκυριό όχι μόνο ως καταπιεστικούς αλλά και ως ενδυναμωτικούς (Davis, 1981). 

Με βάση την ενιαία θεωρία φύλου και καπιταλισμού της Vogel (2013 {1983}), η ΘΚΑ συγκροτήθηκε πάνω σε δύο θέσεις που μας απασχολούν εδώ: α) η κοινωνική αναπαραγωγή δεν περιορίζεται ούτε ταυτίζεται με την απλήρωτη οικιακή εργασία, β) η απλήρωτη οικιακή εργασία δεν παράγει αξία με την καπιταλιστική έννοια (Rey-Araújo, 2023).

Αυτή η συζήτηση προβληματοποίησε τη σχέση των απλήρωτων αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων με την εργασία. Δύο αντιτιθέμενες απόψεις βρίσκονται εδώ σε σύγκρουση. Η πρώτη περιλαμβάνει ακόμη και τις απλήρωτες κοινωνικές αναπαραγωγικές δραστηριότητες σε μια διευρυμένη αντίληψη της εργασίας, οριζόμενης ως «η πρακτική, συνειδητή αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων και του φυσικού κόσμου του οποίου αποτελούν μέρος» (Ferguson, 2020· 16, μετάφραση). Ο Jaffe (2020· 95) επαναλαμβάνει την έννοια της εργασιακής δύναμης στον Marx ώστε να περιλάβει όλες τις σωματικές και πνευματικές ικανότητες που μπορούν να παράγουν οποιαδήποτε μορφή αξίας χρήσης. Με αυτόν τον τρόπο, η εργασία και η εργασιακή δύναμη είναι δι-ιστορικές έννοιες σε αντίθεση με τις περιοριστικές και αλλοιωμένες μορφές τους εντός του καπιταλισμού. Η δεύτερη άποψη κατανοεί τις απλήρωτες κοινωνικές αναπαραγωγικές δραστηριότητες ως «το υπόλοιπο της ζωής πέρα από την εργασία, το οποίο το κεφάλαιο επιδιώκει συνεχώς να υποτάξει στους χρόνους, τους χώρους, τους ρυθμούς, τους σκοπούς και τις αξίες του» (Weeks, 2011· 26, μετάφραση). Οι Gonzalez και Neton (2014) επίσης αντιτίθενται σε μια επεκτατική άποψη που αγνοεί τι επικυρώνεται κοινωνικά ως εργασία εντός ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Με άλλα λόγια, ο μισθός είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η εργασία επικυρώνεται κοινωνικά εντός του καπιταλισμού. Συνεπώς, οι απλήρωτες δραστηριότητες που αναπαράγουν την εργασιακή δύναμη δεν συνιστούν εργασία.

Η ΘΚΑ υπερασπίζεται τη σημασία της αναλυτικής διάκρισης μεταξύ καπιταλιστικής παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής βάσει της ιδιαιτερότητας της εργασιακής δύναμης. Η εργασιακή δύναμη είναι ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, το οποίο δεν παράγεται καπιταλιστικά (Bhattacharya, 2017a· 7). Ο διαχωρισμός μεταξύ καπιταλιστικής παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής θεωρείται ως παραγόμενο της ίδιας της σχέσης κεφάλαιο. Η Bhattacharya επιμένει ότι η διάκριση πρέπει να γίνει κατανοητή ως «μια ιστορική μορφή εμφάνισης», η οποία συνεπάγεται ότι η εργασία «που δαπανάται και στους δύο τομείς πρέπει επίσης να θεωρηθεί ολοκληρωμένα» (Bhattacharya, 2017a· 9, μετάφραση). Ακολουθώντας την ανάλυση του Lebowitz (2003), υποστηρίζει ότι η καπιταλιστική ολότητα αποτελείται από δύο ενσωματωμένους κύκλους: τον κύκλο του κεφαλαίου και τον κύκλο της μισθωτής εργασίας. Ως εκ τούτου, η (ανα)παραγωγή της εργασιακής δύναμης αποτελεί ιδιαίτερη στιγμή μέσα στην καπιταλιστική ολότητα (Bhattacharya, 2017b).

Οι Gonzalez και Neton (2014) αναδεικνύουν μια οντολογική αντίφαση στην εργασιακή δύναμη, υπό την έννοια ότι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε τη ζώσα εργασιακή δύναμη από τον φορέα της. Με αυτόν τον τρόπο, η εργασιακή δύναμη είναι ιδιαίτερη καθώς δεν είναι ούτε απλώς ένας άνθρωπος ούτε απλώς ακόμη ένα εμπόρευμα. Στο μαρξικό σχήμα, η αξία της εργασιακής δύναμης ορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή των μέσων συντήρησης του/ης εργαζομένου/ης. Όμως η ζωντανή εργασία είναι επίσης αναγκαία για τη μετατροπή αυτών των μέσων συντήρησης στο εμπόρευμα εργασιακή δύναμη. Έτσι, ο καπιταλισμός παράγει μια δομική διαφοροποίηση που αντιμετωπίζει αυτή τη ζωντανή εργασία ως μη-εργασία και της αποδίδει μια ξεχωριστή σφαίρα από την παραγωγή και κυκλοφορία της αξίας. Συνοπτικά, ο καπιταλισμός παράγει ως δομική αναγκαιότητα ένα «έξω» της αξίας ώστε η αξία να υπάρξει. Σε αυτό το πλαίσιο, η παραγωγή και αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης απαιτεί ένα σύνολο δραστηριοτήτων που ανήκουν σε δύο ξεχωριστές σφαίρες: τη σφαίρα των Άμεσα Μεσολαβημένων από την Αγορά (ΑΜΑ) δραστηριοτήτων και τη σφαίρα των Έμμεσα Μεσολαβημένων από την Αγορά (ΕΜΑ) δραστηριοτήτων. Άλλες σημαντικές διακρίσεις διατρέχουν αυτές τις σφαίρες: τα δίπολα έμμισθη/άμισθη και ιδιωτική/δημόσια. Ως αποτέλεσμα, η ΕΜΑ σφαίρα των κοινωνικών αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων περιλαμβάνει τόσο απλήρωτες δραστηριότητες όσο και έμμισθες με τη μορφή κρατικά οργανωμένης κοινωνικής αναπαραγωγής. Η καθοριστική διαφορά μεταξύ των δύο σφαιρών δεν είναι το είδος των δραστηριοτήτων (π.χ. ανατροφή παιδιών) αλλά ο άμεσος, έμμεσος ή μη υποκείμενος χαρακτήρας τους στον νόμο της καπιταλιστικής αξίας (δηλαδή στην αποτύπωσή τους με όρους κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας). 

Το επόμενο βήμα στην εννοιολογική πορεία της κοινωνικής αναπαραγωγής είναι η απεμπλοκή της εστίασης από την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Ως συνέπεια, ο όρος κοινωνική αναπαραγωγή διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει: «τις δραστηριότητες και στάσεις, συμπεριφορές και συναισθήματα, ευθύνες και σχέσεις που εμπλέκονται άμεσα στη διατήρηση της ζωής, σε καθημερινή και διαγενεακή βάση. Περιλαμβάνει διάφορα είδη κοινωνικά αναγκαίας εργασίας—διανοητικής, σωματικής και συναισθηματικής—που στοχεύουν στην παροχή των ιστορικά και κοινωνικά, καθώς και βιολογικά, καθορισμένων μέσων για τη διατήρηση και αναπαραγωγή του πληθυσμού» (Brenner και Laslett, 1991· 314, μετάφραση). Αργότερα, η κοινωνική αναπαραγωγή περιλαμβάνει και περιβαλλοντικές σημασιοδοτήσεις: «Η κοινωνική αναπαραγωγή … αναφέρεται τόσο στη βιολογική αναπαραγωγή του είδους (και πράγματι στο οικολογικό του πλαίσιο) όσο και στη συνεχή αναπαραγωγή του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη. Επιπλέον, η κοινωνική αναπαραγωγή αφορά θεσμούς, διαδικασίες και κοινωνικές σχέσεις που σχετίζονται με τη δημιουργία και διατήρηση κοινοτήτων και πάνω στις οποίες, τελικά, στηρίζεται όλη η παραγωγή και ανταλλαγή» (Bakker, 1999 στο Bakker και Gill, 2003· 17–18, μετάφραση). Σε αυτές τις μεταγενέστερες διατυπώσεις, η κοινωνική αναπαραγωγή δηλώνει τόσο μια διαδικασία όσο και συγκεκριμένες εργασίες (Bezanson, 2006· 25). Ως διαδικασία, η κοινωνική αναπαραγωγή αντανακλά την ισορροπία δύναμης μεταξύ της ώθησης για καπιταλιστική συσσώρευση και της πρόσβασης των ανθρώπων στα απαραίτητα μέσα για επιβίωση και ευημερία. Ως σύνολο εργασιών, περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες, αμειβόμενες ή μη, δημόσιες ή ιδιωτικές, που παράγουν τη φυσική, κοινωνική και ψυχολογική αναπαραγωγή των ανθρώπων και των οικολογικών τους πλαισίων.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η έννοια της κοινωνικής αναπαραγωγής έχει διευρυνθεί εννοιολογικά ώστε να δηλώνει όλες τις διαδικασίες απαραίτητες για την αναπαραγωγή του είδους, των οικολογικών του πλαισίων και των κοινοτήτων του, αν και υπό τη δεσπόζουσα καπιταλιστική λογική. Αυτές οι διαδικασίες διαπερνούν τομείς (αγορά, κράτος, τρίτος τομέας, οικογένεια), ενώ η ακριβής ιστορική τους διαμόρφωση μεταβάλλεται στον χρόνο.

2. Η Έννοια και η Προσέγγιση της Φροντίδας 

Η έννοια της φροντίδας, παρότι μοιάζει πιο οικεία και συνεπώς πιο εύκολα κατανοητή, παρουσιάζει δυσκολίες στον ορισμό της. 

Μια στενή θεώρηση την αντιμετωπίζει ως υποσύνολο του ευρύτερου φάσματος δραστηριοτήτων κοινωνικής αναπαραγωγής, εκείνο που αφορά πρωτίστως την άμεση και συχνά δια ζώσης φροντίδα ευάλωτων ανθρώπων, συνήθως παιδιών και ηλικιωμένων. Αυτή είναι η προσέγγιση που υιοθετείται συστηματικά από θεσμικούς φορείς και αντανακλάται στον ολοένα και πιο προβεβλημένο χώρο πολιτικής του τομέα της φροντίδας (care sector)  και της οικονομίας της φροντίδας (care economy) ( Blackberry et al., 2025). 

Από την άλλη, μια διευρυμένη προσέγγιση της φροντίδας, επεκτείνει το περιεχόμενό της και της δίνει έντονα θετικό αξιολογικό φορτίο όπως φαίνεται στους ακόλουθους ορισμούς: 

  • «ένα σύνολο δραστηριοτήτων, θεμελιώδες για το είδος μας, το οποίο περιλαμβάνει όλα όσα κάνουμε για να διατηρήσουμε, να συνεχίσουμε και να επιδιορθώσουμε τον ‘κόσμο μας’, ώστε να μπορούμε να ζούμε σε αυτόν όσο το δυνατόν καλύτερα. Αυτός ο κόσμος περιλαμβάνει τα σώματά μας, τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας, τα οποία επιδιώκουμε να συνυφάνουμε σε έναν πολύπλοκο ιστό ικανό να υποστηρίξει τη ζωή (Fisher and Tronto, 1990:40, μετάφραση). 
  • «όλες τις υποστηρικτικές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα ώστε να κατασκευάσουν, ανακατασκευάσουν, διατηρήσουν, περιορίσουν και επιδιορθώσουν τον κόσμο στον οποίο ζούμε, καθώς και τις σωματικές, συναισθηματικές και διανοητικές ικανότητες που απαιτούνται γι’ αυτό» (Dowling, 2021, σ. 21), 

Από αυτή την οπτική, καθαριστές/ριες, εργαζόμενοι στην αποκομιδή απορριμμάτων, φύλακες δημόσιων χώρων, εκπαιδευτικοί και άλλοι εργαζόμενοι που συντηρούν κοινωνικές υποδομές (Hall, 2020· Sanchez, 2023) μπορούν επίσης να αναγνωριστούν ως εργαζόμενοι/ες στη φροντίδα — ή, χρησιμοποιώντας τον όρο του Graeber, ως μέρος των «φροντιστικών τάξεων» (Velotti & Cigna, 2024).

Επιπλέον, η φεμινιστική βιβλιογραφία για την αποανάπτυξη θεωρεί προβληματική μια θεώρηση που επικεντρώνεται στη λογική της εξάρτησης. Όπως σημειώνουν οι Dengler et al. (2025): «Οι άνθρωποι ‘γεννιούνται σε μια κατάσταση ριζικής εξάρτησης’ (Butler 2020, σ. 41) και εξαρτώνται από τη φροντίδα των άλλων στην αρχή, συχνά στο τέλος, και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Η σχέση μεταξύ φροντιστής/στριας και δέκτη φροντίδας συνήθως εμπεριέχει ευαλωτότητα, συναισθηματικότητα, ασυμμετρία και περιορισμένη αυτονομία (Jochimsen 2003)· ενώ κάποιες φορές είναι ενισχυτική, μπορεί επίσης να είναι συναισθηματικά εξαντλητική, καταχρηστική ή σωματικά απαιτητική (Murphy 2015)». Οι ευρύτερες οριοθετήσεις της φροντίδας μετατοπίζουν την έμφαση από μια λογική εξάρτησης σε μια λογική αλληλεξάρτησης, παρότι η συγκεκριμένη βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι ανάλογες αναζητήσεις δεν πρέπει να χάνουν από το βλέμμα τους την πραγματική εξάρτηση που χαρακτηρίζει τις ασύμμετρες σχέσεις φροντίδας (Dengler et al., 2025· Dengler & Lang, 2022). 

Η φροντίδα αναδεικνύει την αλληλεξάρτηση των ανθρώπων αλλά και ανθρώπινων και μη ανθρώπινων έμβιων όντων μέσα στο οικολογικό τους πλαίσιο (Silberzahn, 2024). Συνεπώς, η φροντίδα ως λόγος και πρακτική, έρχεται σε ρήξη με τον κυρίαρχο ατομισμό ο οποίος συγκροτεί έναν ανθρωπολογικό τύπο ικανό να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του με βάση τις δικές του δυνάμεις.

Σύμφωνα με την Tronto (2013: 22-23), η διαδικασία της φροντίδας διακρίνεται σε πέντε στάδια: 

  • Νοιάζομαι για (Caring about). Στο πρώτο αυτό στάδιο της φροντίδας, κάποιο άτομο ή κάποια ομάδα εντοπίζει ανεκπλήρωτες ανάγκες φροντίδας.
  • Αναλαμβάνω την ευθύνη για τη φροντίδα (Caring for). Μόλις εντοπιστούν οι ανάγκες, κάποιο άτομο ή κάποια ομάδα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να διασφαλίσει ότι αυτές οι ανάγκες θα καλυφθούν.
  • Παρέχω φροντίδα (Care-giving). Το τρίτο στάδιο της φροντίδας απαιτεί να πραγματοποιηθεί η ίδια η εργασία της παροχής φροντίδας.
  • Λαμβάνω φροντίδα (Care-receiving). Αφού ολοκληρωθεί η εργασία της φροντίδας, θα υπάρξει μια ανταπόκριση από το πρόσωπο, το πράγμα, την ομάδα, το ζώο, το φυτό ή το περιβάλλον που έτυχε φροντίδας.
  • Συν-φροντίζω/φροντίζω μαζί (Caring with). Το τελικό αυτό στάδιο της φροντίδας απαιτεί οι ανάγκες φροντίδας και οι τρόποι με τους οποίους αυτές ικανοποιούνται να είναι συνεπείς με τις δημοκρατικές δεσμεύσεις στη δικαιοσύνη, την ισότητα και την ελευθερία για όλους/ες. 

Το «διαμάντι της φροντίδας» (H Κολεκτίβα της Φροντίδας, 2021· Κούκη κ.ά., 2024) δείχνει ότι η κοινωνική οργάνωση της φροντίδας περιλαμβάνει τέσσερις πυλώνες: την οικογένεια, την κοινότητα, την αγορά και το κράτος. Το διαμάντι της φροντίδας είναι χρήσιμο γιατί καταδεικνύει ότι η φροντίδα διαπερνά διχοτομήσεις ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, το άτυπο και το θεσμικά αναγνωρισμένο, τη μη αμειβόμενη και την αμειβόμενη εργασία. 

Συμπερασματικά, σύμφωνα με τη διευρυμένη προσέγγιση, η φροντίδα  αποτελεί τρόπο ύπαρξης αλλά και βασικό παράγοντα για τη δημοκρατική επαναθεμελίωση της κοινωνίας, ενώ φέρει θετικές συνδηλώσεις: ως στόχευση με την έννοια της προώθησης της ατομικής και συλλογικής ευημερίας, ως δραστηριότητα που πηγάζει από και χτίζει μια συναισθηματική σχέση (αγάπη, οικειότητα, εμπιστοσύνη) ως ηθική προσταγή, και ως υπεύθυνη στάση (Hankivsky, 2014). Εν ολίγοις, η έννοια της φροντίδας έχει έντονο δεοντολογικό φορτίο. Ενδεικτικά, για τη Folbre (1995), η εργασία της φροντίδας είναι εργασία που εκτελείται από στοργή ή από αίσθημα ευθύνης απέναντι σε άλλους ανθρώπους, χωρίς την προσδοκία άμεσης οικονομικής ανταμοιβής.

3. Συγκλίσεις-αποκλίσεις ανάμεσα στη Θεωρία Κοινωνικής Αναπαραγωγής και την Προσέγγιση της Φροντίδας

Για τις ανάγκες του ερευνητικού έργου, είναι σημαντικό να εντοπίσουμε τα σημεία έντασης και τις αποκλίσεις ανάμεσα στη Θεωρία Κοινωνικής Αναπαραγωγής και την Προσέγγιση της Φροντίδας.

Ένας τρόπος που θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε τη σχέση είναι ως σχέση είδους προς γένος, με την έννοια ότι οι πρακτικές φροντίδας αποτελούν υποσύνολο των δραστηριοτήτων κοινωνικής αναπαραγωγής καθώς αφορούν τις δραστηριότητες που προϋποθέτουν ή/και οδηγούν σε μια συναισθηματική σχέση. Ωστόσο, η διευρυμένη προσέγγιση της φροντίδας δεν επιτρέπει μια τέτοια, ενδεχομένως βολική, ταξινόμηση καθώς η φροντίδα περιλαμβάνει πρακτικές οι οποίες δεν συγκροτούν κατά ανάγκη συναισθηματική σχέση (π.χ. καθάρισμα σπιτιού), αλλά και γιατί πλέον οι περισσότερες υπηρεσίες απαιτούν τη συναισθηματική εμπλοκή των παρόχων (π.χ. συναισθηματική εργασία στην εστίαση). Από την άλλη, όπως κατέδειξαν οι Gonzalez και Neton (2014), η έννοια της κοινωνικής αναπαραγωγής καθίσταται προβληματική όταν ταυτίζεται με συγκεκριμένες δραστηριότητες (π.χ. ανατροφή παιδιών).  

Είναι, συνεπώς, προτιμότερο να αντιληφθούμε τη σχέση ανάμεσα στις δύο έννοιες και προσεγγίσεις ως διαφορά αναλυτικής και πολιτικής στόχευσης. Ο Πίνακας 1 επιχειρεί να συλλάβει τις διαφορές ανάμεσα στην Κοινωνική Αναπαραγωγή και τη Φροντίδα ως διακριτές αναλυτικές προσεγγίσεις. 

Πίνακας 1: Κοινωνική Αναπαραγωγή και Φροντίδα

Θεωρία Κοινωνικής Αναπαραγωγής Προσέγγιση της Φροντίδας
Στόχευση Πώς παράγεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στη σφαίρα της παραγωγής και της κοινωνικής αναπαραγωγής; Ένας τρόπος ύπαρξης βασισμένος σε μια οντολογία αλληλεξάρτησης και μια πυξίδα για την επαναθεμελίωση των κοινωνιών μας.
Έμφαση Πώς σχετίζονται μεταξύ τους οι σφαίρες παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής και πώς αλληλεπιδρούν εντός της καπιταλιστικής ολότητας; Στις διαπροσωπικές σχέσεις, στα συναισθήματα και στις καθημερινές πρακτικές φροντίδας.

 

Σχέση με εκμετάλλευση/καταπίεση Το γεγονός ότι η σφαίρα των πρακτικών που εντάσσονται στην κοινωνική αναπαραγωγή είναι έμμεσα μεσολαβημένη από την αγορά δεν συνεπάγεται ότι αποτελεί χώρο ελευθερίας και αγνών συναισθημάτων, αλλά μπορεί κάλλιστα να αποτελεί σφαίρα στην οποία αναπτύσσονται σχέσεις προσωπικής κυριαρχίας/εξουσίας με βάση το φύλο, τη φυλή, την εθνικότητα, τη σωματική ικανότητα, κ.ά. Η έμφαση στο συναισθηματικό φορτίο των πρακτικών φροντίδας μπορεί να οδηγήσει σε μια αντίληψη η οποία υπερτονίζει τον συναινετικό χαρακτήρα της φροντιστικής σχέσης σε βάρος των σχέσεων εκμετάλλευσης και καταπίεσης που τη διαπερνούν. Ωστόσο, υπάρχουν και εδώ διαθεματικές αναλύσεις οι οποίες τονίζουν αυτές τις διαφορές ισχύος.

 

Εργασία Η πλαισίωση των δραστηριοτήτων που εντάσσονται στη σφαίρα της κοινωνικής αναπαραγωγής ως εργασία επιχειρεί να αποφυσικοποιήσει τις δραστηριότητες αυτές και να καταδείξει τον έντονα εκμεταλλευτικό και καταπιεστικό χαρακτήρα τους. Ωστόσο, στον βαθμό που είναι άμισθες, οι δραστηριότητες της κοινωνικής αναπαραγωγής δεν παράγουν καπιταλιστική αξία. Και για αυτό είναι υποτιμημένες στον καπιταλισμό. Αναδεικνύεται η συναισθηματική διάσταση και η στοργή που προϋποθέτουν και στην οποία οδηγούν οι πρακτικές φροντίδας. Οι πρακτικές φροντίδας παραμένουν αφανείς, άτυπες, άμισθες ή/και χαμηλόμισθες, γιατί οι αξίες της καπιταλιστικής νεωτερικότητας τις θέτουν στο περιθώριο. Χρειάζεται επαναθεμελίωση των κοινωνιών σε νέες αξιολογικές βάσεις.

 

Συστήματα παροχής Οι δραστηριότητες κοινωνικής αναπαραγωγής συντελούνται στην οικογένεια, στο κράτος, στον τρίτο τομέα και στην αγορά. Σημασία έχει να διερευνήσουμε πώς διαπλέκονται τα διαφορετικά συστήματα παροχής μέσα στην καπιταλιστική ολότητα και πώς αλλάζει αυτή η διαπλοκή μέσα στον χρόνο. Η κοινωνική οργάνωση της φροντίδας περιλαμβάνει 4 πυλώνες: την οικογένεια, το κράτος, την κοινότητα και την αγορά. Αυτοί οι 4 πυλώνες κυριαρχούνται από διαφορετικές λειτουργικές αρχές (οικιακή διαχείριση, αναδιανομή, αμοιβαιότητα, ανταλλαγή).

 

Κρίση Ο νεοφιλελεύθερος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής καθώς υπονομεύει τις προϋποθέσεις ύπαρξής του. Από την άλλη, στην παρούσα φάση, έχει κατορθώσει να αντλεί κέρδος από την ίδια την κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής. Ζούμε σε μια κρίση φροντίδας. Ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού αδυνατούν να φροντίσουν εαυτούς και αλλήλους και αυτό αποτελεί σοβαρό παράγοντα αποσταθεροποίησης των κοινωνιών.

 

 Με βάση τον Πίνακα 1, οι δύο προσεγγίσεις διαφέρουν ως προς την αναλυτική στόχευση. Η ΘΚΑ επιχειρεί να εξηγήσει πώς παράγεται καπιταλιστικά ο διαχωρισμός ανάμεσα στη σφαίρα της παραγωγής και της αναπαραγωγής. Συνεπώς, αντιμετωπίζει τον καπιταλισμό ως μια συστημική ολότητα. Η προσέγγιση της φροντίδας δίνοντας έμφαση στην οντολογία της αλληλεξάρτησης και τη σχεσιακότητα, επιχειρεί να καταδείξει την πολλαπλότητα των πρακτικών που συγκροτούν τη ζωή μας και απαιτούν αναγνώριση και ανατίμηση. Ως εκ τούτου, δεν αντιμετωπίζει τον καπιταλισμό ως μια συστημική ολότητα, αλλά ως έναν από τους πολλαπλούς, ήδη υπαρκτούς, κόσμους. 

Η διαφορετική αναλυτική στόχευση επηρεάζει με τη σειρά της την έμφαση των δύο προσεγγίσεων αντίστοιχα. Η ΘΚΑ επιχειρεί να εξηγήσει πώς διαπλέκονται οι σφαίρες της παραγωγής και της αναπαραγωγής και πώς ρυθμίζεται αυτή η διαπλοκή μέσα σε διαφορετικές περιόδους καπιταλιστικής ρύθμισης. Στόχος είναι η ανάδειξη της σφαίρας της κοινωνικής αναπαραγωγής ως πεδίου, ισότιμου ή/και προνομιακού, για την ανάπτυξη αντιστάσεων.  Η προσέγγιση της φροντίδας δίνει περισσότερο έμφαση στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται οι διαπροσωπικές σχέσεις καθώς και σε πολιτικές προτάσεις που αναδεικνύουν τη σημασία της φροντίδας ως κανονιστικής αρχής για την επαναθεμελίωση των κοινωνιών μας. 

Η σαφής τοποθέτηση των δραστηριοτήτων κοινωνικής αναπαραγωγής εντός του πεδίου της καπιταλιστικής ολότητας συνεπάγεται ότι φωτίζεται ο βαθιά εκμεταλλευτικός και εξουσιαστικός χαρακτήρας τους. Η έμφαση στη στοργή και το συναισθηματικό φορτίο της φροντίδας μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο συναινετική προσέγγιση (Guérin et al, 2021a) ή σε έναν φετιχισμό της φροντίδας (Farris, 2025), παρόλο που και εδώ αναγνωρίζονται διαφορές ισχύος με βάση πολλαπλές μορφές καταπίεσης. 

Η έμφαση στην εργασία στη ΘΚΑ έχει σκοπό να αποφυσικοποιήσει την ανάθεσή αυτών των δραστηριοτήτων σε γυναίκες και δη σε μετανάστριες όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα. Οι άμισθες υπηρεσίες δεν παράγουν καπιταλιστική αξία, είναι μη παραγωγικές από τη σκοπιά του κεφαλαίου. Η υποτίμηση είναι δομική με την έννοια ότι παράγεται συστημικά. Η έμφαση στην καπιταλιστικά οργανωμένη εργασία της κοινωνικής αναπαραγωγής θεωρείται συχνά αναγκαίος όρος για να καταστούν δυνατές οι πρακτικές άρνησης, ρύθμισης ή αναδιανομής (Hester & Stronge, 2025, Nadasen, 2023). Με βάση την προσέγγιση της φροντίδας, οι πρακτικές φροντίδας υποτιμώνται και για λόγους κυρίαρχων αξιών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Αυτή η εστίαση διαφέρει καθώς νοηματοδοτεί τη φροντίδα ως κάτι περισσότερο ή/και πέρα από την εργασία, ως μια ηθικοπολιτική προδιάθεση, ικανή να συνεισφέρει σε ευρύτερα εγχειρήματα, όπως οι «φροντιστικές» κοινότητες.

Στη ΘΚΑ, η διαπλοκή οικογένειας, κράτους, τρίτου τομέα και αγοράς είναι δομική και δυναμικά εξελισσόμενη μέσα στην ιστορία. Ο καπιταλισμός μπορεί να περιοδολογηθεί μέσα από τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζει κάθε φορά τη σφαίρα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Όλοι αυτοί οι θεσμοί δεν αποτελούν ξεχωριστούς πυλώνες, αλλά τμήματα μιας αλληλοσυνδεδεμένης ολότητας. Η προσέγγιση της φροντίδας θεωρεί ότι η κοινωνική οργάνωση της φροντίδας περιλαμβάνει τέσσερις διακριτούς πυλώνες (οικογένεια, κράτος, κοινότητα, αγορά). Αυτοί οι τέσσερις πυλώνες κυριαρχούνται από διαφορετικές λειτουργικές αρχές (οικιακή διαχείριση, αναδιανομή, αμοιβαιότητα, ανταλλαγή). Το ζήτημα είναι να υποδείξουμε πώς θα απομακρυνθούμε από ή θα τιθασεύσουμε την αγορά, δημιουργώντας (νέες) κοινότητες φροντίδας. Στον βαθμό που δεν συνεξετάζει πώς αυτοί οι πυλώνες αλληλεπιδρούν εντός της καπιταλιστικής ολότητας, μπορεί να οδηγήσει σε μια εξιδανίκευση των εγγενών δυνατοτήτων αναδιοργάνωσης του συστήματος παροχής φροντίδας εντός καπιταλισμού. Συγκεκριμένα, το κράτος δεν αποτελεί την αναπαράστααη του γενικού συμφέροντος, αλλά τη συμπύκνωση και ταυτόχρονα τη διαμεσολάβηση των κοινωνικών ανταγωνισμών. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει μια οικογένεια γενικά και διιστορικά, αλλά υπάρχει μια καπιταλιστική οικογένεια (Munro, 2019, Doyle GriffIths, 2020). 

Για παράδειγμα, σε χώρες του παγκόσμιου Βορρά παρατηρούνται, από το 1990 και έπειτα, δομικοί μετασχηματισμοί: εμπορευματοποίηση (commodification), δημιουργία οιονεί αγορών (marketization) και εταιρικοποίηση (corporatization) (Aulenbacher, Décieux & Riegraf, 2018, Farris & Marchetti, 2017). Αυτοί οι μετασχηματισμοί δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας φυσικής διαδικασίας, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Το κράτος μετασχηματίστηκε από πάροχο υπηρεσιών σε πάροχο χρηματικών επιδομάτων, εφάρμοσε μέτρα τα οποία επιτρέπουν, υποστηρίζουν ή επιβάλλουν την εισαγωγή αγορών, τη δημιουργία σχέσεων μεταξύ αγοραστών και πωλητών και τη χρήση αγοραίων μηχανισμών για την κατανομή της φροντίδας (marketization). Η συγκεκριμένη τάση επηρεάζει και τον τρόπο λειτουργίας του τρίτου τομέα, καθώς οι οργανώσεις του τρίτου τομέα καλούνται να ανταγωνιστούν με αγοραίους όρους αναπαράγοντας τον τρόπο λειτουργίας των τυπικών κερδοσκοπικών επιχειρήσεων (βλ. μείωση εργασιακού κόστους, υπονόμευση εργασιακών συνθηκών). Η δυσκολία τους να λειτουργήσουν σε αυτό το πλαίσιο ανταγωνισμού αλλά και η χρηματιστικοποίηση των υπηρεσιών φροντίδας διευκολύνει την είσοδο μεγάλων κερδοσκοπικών εταιρειών στην οργάνωση, διαχείριση και παροχή υπηρεσιών φροντίδας (corporatization). Η Fraser (2023) προτείνει μια περιοδολόγηση των καθεστώτων ρύθμισης της κοινωνικής αναπαραγωγής: από το καθεστώς αποικιοποίησης και «οικιακοποίησης» των γυναικών στον φιλελεύθερο καπιταλισμό, στο φορντικό καθεστώς του οικογενειακού μισθού του κρατικά διαχειριζόμενου μονοπωλιακού καπιταλισμού, και στη συνέχεια στο καθεστώς του «διπλά εργαζόμενου» νοικοκυριού στον παγκοσμιοποιημένο, χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό. 

Οι ως άνω διαφορές καθορίζουν εν πολλοίς και τον τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτείται η παρούσα κρίση. Σύμφωνα με τη Fraser (2023), η σύγχρονη χρηματιστικοποιημένη εποχή, η οποία στηρίζεται στην κεντρικότητα του χρέους, σηματοδοτεί μια κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής: μέσω της εμπορευματοποίησης των κρατικών κοινωνικών λειτουργιών για όσους μπορούν να πληρώσουν και της ιδιωτικοποίησης των κοινωνικά αναγκαίων δραστηριοτήτων αναπαραγωγής για όσες δεν μπορούν. Ως εκ τούτου, η πλαισίωση της κρίσης ως κρίσης κοινωνικής αναπαραγωγής καθιστά δυνατή την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η αυτορυθμιζόμενη αγορά καταβροχθίζει τις ίδιες της τις συνθήκες ύπαρξης· δημιουργεί δηλαδή μια δομική τάση προς την κρίση όχι μόνο εντός της οικονομικής σφαίρας, αλλά και μέσα από τις αντιφάσεις ανάμεσα στην καπιταλιστική οικονομία και τις εξω-οικονομικές της προϋποθέσεις (άμισθες υπηρεσίες κοινωνικής αναπαραγωγής, περιβάλλον, δημοκρατική διακυβέρνηση, πόροι φυλετικοποιημένων λαών). Ωστόσο, πάλι εντός του πλαισίου της ΘΚΑ, η Nadasen (2023) θεωρεί ότι ο καπιταλισμός δεν κινδυνεύει από την παρούσα κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής καθώς μπορεί να αντλήσει κέρδος και από αυτήν, όπως φαίνεται από τη στροφή στην οικονομία της φροντίδας. Επιπλέον, η Nadasen (2023) επιτίθεται στον λόγο περί κρίσης φροντίδας καθώς θεωρεί ότι ο τελευταίος αποκρύπτει ότι οι υποτιμημένοι πληθυσμοί βιώνουν κρίση αναπαραγωγής εδώ και χρόνια καθώς είναι πλεονάζοντες για τον καπιταλισμό. Το σημαντικότερο, ο λόγος για κρίση φροντίδας μεροληπτεί υπέρ των μεσαίων τάξεων – οι οποίες ίσως τώρα υφίστανται με τέτοια οξύτητα δυσκολίες στην κοινωνική αναπαραγωγή τους – σε βάρος των παρόχων φροντίδας οι οποίες είναι συχνά κοινωνικά υποτιμημένες γυναίκες μετανάστριες. 

 Η ΘΚΑ είναι ανεκτίμητη επειδή αποσαφηνίζει σε πολλαπλά επίπεδα γιατί η φροντίδα υποτιμάται συστημικά. Αυτή η εστίαση στους μηχανισμούς εκμετάλλευσης είναι καίρια για τη δομική αλλαγή. Ωστόσο, η προσέγγιση της φροντίδας είτε ως εγγενώς θετικής, όπως επικρίνει η Farris (2025), είτε ως εγγενώς εκμεταλλευτικής, όπως υπερτονίζει η αφήγηση της Nadasen (2023), περιορίζει τις δυνατότητες μίας δημιουργικής σύνθεσης η οποία κρίνεται αναγκαία για το παρόν ερευνητικό έργο. Για την έρευνα στη φροντίδα ηλικιωμένων, χρειαζόμαστε ένα πλαίσιο που να κρατά ορατή τη δομική υποτίμηση και αυξανόμενη εμπορευματοποίηαη, ενώ ταυτόχρονα δίνει προσοχή στη σχεσιακή και συναισθηματική εργασία μέσω της οποίας οι άνθρωποι στηρίζουν ο ένας τον άλλον σε επισφαλείς συνθήκες και, με αυτόν τον τρόπο, ανανοηματοδοτούν και μετασχηματίζουν τη φροντίδα μέσα από συλλογικές πρακτικές. 

Όπως μας διδάσκουν οι Baraitser (2017, 2018) και Mol (2008), η φροντίδα είναι μια αμφίσημη πρακτική: περιλαμβάνει αντοχή, απογοήτευση, προσκόλληση, δυσαρέσκεια και το δύσκολο έργο του να παραμένουμε σε σχέση. Η ικανότητα να κρατάμε αυτή την αμφισημία—πόσο μάλλον να την οργανώνουμε σε νέες συλλογικές μορφές για συλλογικές ανάγκες—αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της κατασκευής κάθε πιθανά επιθυμητής μελλοντικότητας, πέρα από τον καπιταλισμό. Για το ερευνητικό μας έργο, αυτό μπορεί να σημαίνει μια αναλυτική τοποθέτηση που δεν παγιδεύεται στη δυαδικότητα ανάμεσα στην ηθικοποιημένη φροντίδα και την οξεία κριτική της ΘΚΑ, αλλά σε μια προοπτική που αντιλαμβάνεται τη φροντίδα ως ταυτόχρονα εργασία και σχέση, αναγκαιότητα και δυνατότητα. Μια τέτοια διπλή προοπτική αρνείται την περιχαράκωση της φροντίδας είτε σε αρετή είτε σε εργασία, και αντιμετωπίζει όλα τα εμπλεκόμενα υποκείμενα ως ενσώματους γνώστες μιας πρακτικής που είναι τόσο δομικά περιορισμένη όσο και κοινωνικά γενεσιουργός. Ο μετασχηματισμός της φροντίδας απαιτεί δύο πράγματα ταυτόχρονα: την αναδιαμόρφωση των όρων υπό τους οποίους εκτελείται και τη συλλογική καλλιέργεια των ικανοτήτων μέσω των οποίων ασκείται. Η φροντίδα, συνεπώς, είναι γεμάτη αμφισημίες διαμορφωμένες από τάξη, φύλο, φυλή και καθεστώτα μετανάστευσης (όπως θα εξηγήσουμε στην επόμενη ενότητα).

4. Παγκόσμιες αλυσίδες φροντίδας και μεταναστευτική πολιτική

Είναι σημαντικό να συνοψίσουμε τις πολλαπλές πτυχές της κρίσης κοινωνικής αναπαραγωγής στο πεδίο της φροντίδας (Benerìa, 2008, Dowling, 2021, Fraser, 2017 & 2023): 

  • Το μοντέλο των δύο μισθών ανά νοικοκυριό (από ανάγκη επιβίωσης) περιορίζει τον χρόνο που μπορεί να αφιερωθεί σε αναγκαίες δραστηριότητες φροντίδας. 
  • Η απόσυρση της συλλογικής ευθύνης από την κοινωνική αναπαραγωγή (συρρίκνωση κοινωνικής προστασίας) παράγει εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση (επιστροφή στην ευθύνη της οικογένειας): αμειβόμενες υπηρεσίες φροντίδας για όσους μπορούν και απλήρωτη εργασία φροντίδας για όσες δεν μπορούν να πληρώσουν. 
  • H απόσυρση του κράτους από την ανάληψη αυτών των λειτουργιών δεν μπορεί εύκολα να επαναφυσικοποιηθεί ως γυναικεία υπόθεση ακριβώς λόγω της πρότερης κοινωνικοποίησής τους μέσα από τις δημόσιες υποδομές (με σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς αυτό ανάμεσα στις χώρες του παγκόσμιου Βορρά). 
  • Η επιβολή του δόγματος της νέας δημόσιας διοίκησης (new public management) επηρεάζει τον τρόπο λειτουργίας του δημοσίου τομέα στην παροχή υπηρεσιών φροντίδας μέσα από την υιοθέτηση τεχνοκρατικών προτύπων (αυστηρή αποτύπωση καθηκόντων με στόχο τη μείωση του κόστους λειτουργίας). Αυτός ο τρόπος λειτουργίας έχει δριμείς επιπτώσεις στην ποιότητα των υπηρεσιών φροντίδας ενώ υπονομεύει συστηματικά τις συνθήκες εργασίας των παρόχων φροντίδας. 
  • Σε αυτές τις συνθήκες, ορισμένες κοινωνικές ανάγκες φροντίδας μένουν ακάλυπτες ενώ άλλες απονομιμοποιούνται, δηλαδή δεν μπορούν να αρθρωθούν και να ανέλθουν στη δημόσια συζήτηση παρά την οξύτητα της έντασής τους (εμβληματικό παράδειγμα η φροντίδα των ηλικιωμένων).  

Μία από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί σε αυτήν την κρίση είναι η προσφυγή στη μεταναστευτική εργασία φροντίδας μέσα από αυτό που στη βιβλιογραφία συναντάται ως παγκόσμιες αλυσίδες φροντίδας (global care chains) (Benerìa, 2008, Hochschild, 2014, Yeates, 2012). Ως παγκόσμια αλυσίδα φροντίδας προσδιορίζεται: «μια σειρά από προσωπικούς δεσμούς μεταξύ ανθρώπων σε όλον τον κόσμο, βασισμένους στην αμειβόμενη ή μη αμειβόμενη εργασία φροντίδας» (Hochschild, 2014, σ. 250, μετάφραση). Η ανάλυση της παγκόσμιας αναδιανομής φροντίδας έρχεται να συμπληρώσει, μέσα από την ανάλυση παγκόσμιων δικτύων, την παγκοσμιοποίηση που έχει συντελεστεί στη σφαίρα της παραγωγής με την παγκοσμιοποίηση που συντελείται στη σφαίρα της αναπαραγωγής. Οι αναλύσεις στο σχετικό πεδίο, το οποίο έχει αποκτήσει τη δική του βιβλιογραφία και ερευνητική κοινότητα από το 2000 και μετά, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι μακροδιαδικασίες της παγκοσμιοποίησης στις καθημερινές ζωές των ανθρώπων, συνδέοντας ζητήματα οικονομικής αναδιάρθρωσης και κοινωνικής πολιτικής και γειώνοντάς τα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. 

Η σχετική συζήτηση αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους η φροντίδα των πληθυσμών στον Παγκόσμιο Βορρά μετατίθεται σε, γυναίκες κυρίως, μετανάστες του Παγκόσμιου Νότου. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να μιλάμε για διαρροή φροντίδας (care drain) όπως μιλάμε για διαρροή μορφωτικού κεφαλαίου (brain drain) (Bettio et al, 2006), για εξόρυξη φροντίδας όπως μιλάμε για εξόρυξη πλούτου, για συναισθηματικό ιμπεριαλισμό όπως μιλάμε για οικονομικό ιμπεριαλισμό (Hochschild, 2014). Συχνά μάλιστα αναδεικνύονται οι ιστορικές συνέχειες από την αποικιοκρατία και την οικονομική εξάρτηση στη νέα υφαρπαγή φροντίδας από τον Παγκόσμιο Νότο. Οι παγκόσμιες αλυσίδες φροντίδας συμπυκνώνουν τη διαπλοκή τάξης, φύλου, φυλής, εθνικότητας στην πρόσβαση και στην παροχή φροντίδας. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι φροντίστριες μετανάστριες δεν εντοπίζονται μόνο στα νοικοκυριά του Παγκόσμιου Βορρά παρέχοντας οικιακές υπηρεσίες και κατ’ οίκον φροντίδα (παιδική φροντίδα, φροντίδα ηλικιωμένων, κ.λπ.), αλλά και σε τυπικά αμειβόμενες θέσεις (π.χ. νοσηλεύτριες) σε δημόσιες, ιδιωτικές κερδοσκοπικές και μη κερδοσκοπικές δομές (Yeates, 2012). 

Η ανάδειξη της παγκόσμιας αναδιανομής φροντίδας στοχεύει να φωτίσει τα προβλήματα που εγείρονται τόσο για τις χώρες του Παγκόσμιου Βορρά (χώρες προορισμού) όσο και για τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου (χώρες προέλευσης). 

Στις χώρες προορισμού, η κάλυψη των αναγκών φροντίδας με μεταναστευτική εργασία δύναται να προσφέρει μια πρόσκαιρη αλλά μη βιώσιμη μακροπρόθεσμα ρύθμιση (fix), να δημιουργήσει διαχωρισμένες εργασιακές σφαίρες ανάμεσα σε γηγενείς και μετανάστριες παρόχους και, τελικά, να αναβάλλει τη δημόσια συζήτηση για την εξεύρεση πολιτικής λύσης μέσα από την κοινωνικοποίηση και δημόσια κάλυψη των αναγκών φροντίδας (Benería, 2008, Yeates, 2012). Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου όπου η άτυπη μεταναστευτική κατ’ οίκον εργασία συνάδει με το ιστορικά οικογενειοκεντρικό μοντέλο του κοινωνικού κράτους για τη φροντίδα των παιδιών αλλά, κυρίως, των ηλικιωμένων που χρήζουν μακροχρόνια φροντίδα (Gottschall, 2023). Είναι σημαντικό να τονίσουμε, άλλωστε, ότι η προσφυγή σε αυτήν τη μορφή της εμπορευματοποίησης δεν αφορά όλα τα κοινωνικά στρώματα στις χώρες προορισμού καθώς επαφίεται στην ικανότητα πληρωμής έστω και των υποτιμημένων αμοιβών που καταβάλλονται σε αυτές τις παρόχους. 

 Στις χώρες προέλευσης, στερεί πόρους οι οποίοι απαιτούνται για την κοινωνική αναπαραγωγή των εκεί πληθυσμών και συμβάλλουν στην κοινωνική ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Ιδιαίτερα για τις παρόχους μετανάστριες, η συναισθηματική πίεση είναι τεράστια καθώς αφήνουν τη φροντίδα των δικών τους αγαπημένων προσώπων. Τονίζεται, μάλιστα, ότι η αγάπη και η στοργή που εκδηλώνεται στο πλαίσιο της κατ΄ οίκον φροντίδας αποτελεί μεταβίβαση με ψυχαναλυτικούς όρους της αγάπης που νιώθουν για τα δικά τους πρόσωπα αλλά δεν μπορούν πλέον έμπρακτα να εκφράσουν (Hochschild, 2014). Για την πλήρωση των αναγκών κοινωνικής αναπαραγωγής στις χώρες προέλευσης επιστρατεύονται είτε μέλη του ευρύτερου συγγενικού και κοινωνικού περιβάλλοντος είτε ακόμα φτωχότερες γυναίκες από την ύπαιθρο επεκτείνοντας την αλυσίδα από την ανώτερη ως την πλέον κατώτατη οικονομικά βαθμίδα ως προς την πάροχο της φροντίδας. 

Είναι πολύ χρήσιμη αναλυτικά η έμφαση σε αυτές τις μορφές εκμετάλλευσης και ανισότητας όπως συγκροτούνται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, δεν πρέπει να διαφεύγουν της προσοχής μας, μια σειρά από ζητήματα κριτικού αναστοχασμού: 

  • Η έμφαση στη γυναικεία μεταναστευτική φροντίδα μπορεί, άθελα ή ηθελημένα, να επαναφυσικοποιήσει τη φροντίδα ως γυναικεία υπόθεση (Yeates, 2012). Αυτό ισχύει όταν το βασικό επιχείρημα αρθρώνεται ως ένας ανταγωνισμός ανάμεσα σε λευκές γυναίκες μεσαίας τάξης του Παγκόσμιου Βορρά ενάντια σε μη λευκές ή εθνοτικά διαφορετικές γυναίκες του Παγκόσμιου Νότου. Εν ολίγοις, μια τέτοια πλαισίωση αγνοεί το γιατί βρέθηκαν οι λευκές γυναίκες της μεσαίας τάξης επιφορτισμένες με το καθήκον της φροντίδας εξαρχής. Επιπλέον, αγνοεί τον αυξανόμενο ρόλο ανδρών μεταναστών σε υπηρεσίες φροντίδας, ιδιαίτερα ανδρών διαφορετικού από τον ετεροκανονικό σεξουαλικού προσανατολισμού (Yeates, 2012). Η αναφορά στην εξόρυξη/μεταβίβαση αγάπης, προϋποθέτει ότι όλες οι μετανάστριες είναι μητέρες στη χώρα προέλευσης (κάτι που δεν ισχύει), ενώ επιβάλλει απαιτήσεις αγάπης σε αυτές τις γυναίκες παρόλο που πρόκειται για εργασιακή σχέση (Nadasen, 2023). Τέλος, αναπαράγει στερεοτυπικές αντιλήψεις ως προς την καταλληλότητα συγκεκριμένων εθνικοτήτων για συγκεκριμένες δραστηριότητες φροντίδας (π.χ. οι Φιλιππινέζες είναι υπάκουες οικιακές βοηθοί). 
  • Η έμφαση στην παγκόσμια αναδιανομή μπορεί, και πάλι άθελα ή ηθελημένα, να επαναφέρει τη σπουδαιότητα του έθνους-κράτους ως μονάδας ανάλυσης (Yeates, 2012). Οι ροές φροντίδας δεν γίνονται μόνο μεταξύ διακριτών εθνικών κρατών, αλλά και εντός των εθνικών κρατών (όπως συνέβαινε και με τις ψυχοκόρες στην Ελλάδα), ενώ δεν διατρέχουν μόνο το δίπολο Παγκόσμιου Βορρά-Νότου καθώς συντελούνται και εντός των χωρών του Παγκόσμιου Νότου. 
  • Η έμφαση στην επισφάλεια της μεταναστευτικής εργασίας υποκρύπτει ότι ακόμα και με αυτούς τους όρους υπάρχει μια αυτενέργεια και δυνατότητα χειραφέτησης. Οι μετανάστριες μπορεί να φεύγουν από κακοποιητικά περιβάλλοντα ενώ ακόμα και η παροχή κατ’ οίκον φροντίδας σε καθεστώς 24ωρης διαμονής μπορεί να αποτελεί ένα σημείο εισόδου στην αγορά εργασίας και έναν τρόπο  κοινωνικής ένταξης και πρόσβασης σε κοινωνικά δίκτυα (Lyberaki, 2011).  

Αυτό το τελευταίο σημείο, δηλαδή η ίδια η νοηματοδότηση της μεταναστευτικής εμπειρίας σε συνάρθρωση με την εκάστοτε μεταναστευτική πολιτική κρίνεται κομβική για το ερευνητικό έργο και απαιτεί μεγαλύτερη ανάπτυξη. 

Ο δημόσιος λόγος τείνει σε μια αναπαραγωγή του δίπολου του μετανάστη πρώτα και κύρια ως θύτη (εν δυνάμει εγκληματία, παραβάτη, εκμεταλλευτή) και δευτερευόντως ως θύμα (ευαλωτότητα, υποκείμενο ανθρωπιστικής βοήθειας)  (Ουζούνη, 2020, Rosina, 2024). 

Η μεταναστευτική πολιτική σε πολλές χώρες του Παγκόσμιου Βορρά, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, τοποθετεί τον μετανάστη στον ρόλο του θύτη ακολουθώντας την κυρίαρχη μέχρι τώρα τάση σκλήρυνσης της κρατικής στάσης έναντι της εισόδου, παραμονής και εξόδου μεταναστών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την δυσμενή μεταχείριση των μεταναστριών που παρέχουν κατ’ οίκον φροντίδα. 

Οι γυναίκες μετανάστριες φροντίστριες, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της κατ’ οίκον φροντίδας, βρίσκονται δομικά σε ευάλωτη θέση καθώς συντρέχουν πολλαπλές μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης (ενδεικτικά: με βάση το φύλο, την καταγωγή, το αβέβαιο μεταναστευτικό status, την άσκηση απαξιωμένης δραστηριότητας, τις πενιχρές απολαβές). Η συνύπαρξή αυτών των κατηγοριών οδηγεί σε πολλαπλούς και αλληλοενισχυόμενους αποκλεισμούς, όπως η μη πρόσβαση σε κοινωνικά και ιδίως εργασιακά δικαιώματα (π.χ. άδεια μετά αποδοχών, πληρωμή υπερωριών, καταβολή δεδουλευμένων, διασφάλιση υγείας και ασφάλειας στον εργασιακό χώρο) και η αποχή από οποιασδήποτε αναφοράς ή καταγγελίας της παραβίασής τους λόγω φόβου απομάκρυνσης από τη χώρα, με παράλληλη αβελτηρία των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών, με αποτέλεσμα να βρίσκονται μόνες τους και αντιμέτωπες με αυτές τις συνθήκες. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως εν μέσω πανδημίας οι μετανάστριες φροντίστριες εξαναγκάζονταν να εργαστούν παρότι ήταν οι ίδιες άρρωστες ή τραυματισμένες ή έπρεπε να φροντίσουν άρρωστο συγγενή τους. Παράλληλα, η εργασία τους και η εν γένει ύπαρξή τους γίνεται αόρατη,  η φωνή τους απονομιμοποιείται και οι εμπειρίες τους δεν αποτελούν μέρος του δημόσιου διαλόγου (Milczarek-Desai & Sklar, 2023). 

Η κατ΄ οίκον εργασία αποτελεί μια ιδιαίτερα περίπλοκη συνθήκη, η οποία αν συνδυαστεί με τη συγκατοίκηση εργαζόμενης – εργοδότη, τότε διαμορφώνει ένα κλειστό, ιδιωτικό περιβάλλον με συγκεχυμένα όρια μεταξύ ιδιωτικής και εργασιακής σφαίρας, φιλικής και επαγγελματικής συμπεριφοράς σε ένα τομέα όπως η φροντίδα ο οποίος αποτελεί πρόκληση στην θέση και τήρηση τέτοιων ορίων (He et al., 2025). Αν σε αυτά προσθέσουμε και την παράμετρο της παράτυπης παραμονής στη χώρα, η μετανάστρια φροντίστρια λόγω του status της αναγκάζεται να κάνει εκπτώσεις σε κοινωνικά δικαιώματα ενώ παράλληλα εξαρτάται από τον εργοδότη για να ικανοποιήσει ανάγκες όπως στέγη, μετακίνηση και διατροφή. Στην πράξη, συχνά διαπιστώνονται φαινόμενα εργασιακής εξάντλησης των φροντιστριών λόγω διαρκούς ετοιμότητας και εκτέλεσης πολλαπλών καθηκόντων που υπερβαίνουν τη φροντίδα ηλικιωμένων, και αδυναμίας διεκδίκησης καλύτερων συνθηκών (Generation 2.0 and SolidarityNow, 2025, Lee et al., 2025, Milczarek-Desai & Sklar, 2023, Nadasen, 2023). Ιδιαίτερα, όταν η άδεια διαμονής συναρτάται με συγκεκριμένο εργοδότη, ρύθμιση η οποία έχει εφαρμοστεί σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο,το καθεστώς εργασίας παραπέμπει σε συνθήκες σύγχρονης δουλείας (Notes from Below, 2025). 

Η Ελλάδα συμπορεύεται εδώ και αρκετά χρόνια με τη στάση σκλήρυνσης.αυστηροποίησης της μεταναστευτικής πολιτικής, όπως επιβεβαιώνεται με τον προσφάτως ψηφισθέντα Ν. 5226/2025. Ο νόμος προκρίνει τη στάση μηδενικής ανοχής, αποτροπής μετανάστευσης και υιοθέτησης της στρατηγικής “crimmigration”, όπου η παράτυπη μετανάστευση μετατρέπεται σε αντικείμενο ποινικού (κι όχι διοικητικού) δικαίου, συγχωνεύοντας την ποινική με την μεταναστευτική νομοθεσία (Stumpf, 2006, Φαρδούλη, 2021). Ο συνδυασμός αυστηρών και αμφίβολης νομιμότητας διατάξεων διαμορφώνει ένα κλίμα επιτήρησης, επισφάλειας και σχεδόν ανύπαρκτων μηχανισμών νομιμοποίησης των μεταναστών, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως ποινικοί παραβάτες. Αν και οι μεταναστευτικές ροές που δέχεται η χώρα δεν αποτελούν ένα συμπαγές σύνολο (Gemy & Feta, 2025, 11), αυτές πλήττονται συνολικά με τον πρόσφατο νόμο, με τις πιο ευάλωτες ομάδες να είναι περισσότερο εκτεθειμένες.

Οι μετανάστριες φροντίστριες που παραμένουν παράτυπα στην Ελλάδα βρίσκονται αντιμέτωπες με μια διαρκή απειλή πολύμηνης φυλάκισης. Μόνη περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω ποινής είναι να αποφασίσει η παράτυπα διαμένουσα μετανάστρια να αναχωρήσει οικειοθελώς από τη χώρα. Έναντι της απειλής περιορισμού της ελευθερίας της, η μετανάστρια φροντίστρια αναμένεται να οδηγηθεί σε έναν αυτόβουλο αυτοπεριορισμό. Πιο συγκεκριμένα, η οικία του ηλικιωμένου, τον οποίον φροντίζει τείνει να γίνει ένας χώρος που της παρέχει μια οιονεί ασφάλεια (κατ΄ επίφαση, καθώς η απειλή σύλληψης στην ουσία δεν εξαλείφεται). Από τη μια πλευρά, η κατ΄ επίφαση ασφάλεια μπορεί να την εγκλωβίσει περισσότερο σε μια συνθήκη εργασιακής ομηρίας με εκπτώσεις σε βασικά κοινωνικά δικαιώματα (Lee et al., 2025) και από την άλλη να την απομονώσει αποθαρρύνοντας οποιαδήποτε επαφή με θεσμούς ή υποστηρικτικούς μηχανισμούς, που θα μπορούσαν να την ενδυναμώσουν. Ειδικότερα, η φροντίστρια που διαμένει στην οικία του εργοδότη της από ανάγκη λόγω αστεγίας ή επισφαλούς στέγασης, υπό την απειλή καταγγελίας είναι περισσότερο εκτεθειμένη και ευάλωτη έναντι του εργοδότη της, καθώς ο τελευταίος είναι ταυτόχρονα α) αποδέκτης των φροντιστικών υπηρεσιών της και β) πάροχος βασικών ειδών για την επιβίωσή της, όπως η στέγη και η τροφή, βρισκόμενος στην πλεονεκτική θέση να θέσει όρους για το πρώτο (α) προκειμένου να παρέχει το δεύτερο (β) (Lee et al., 2025). Αντιμέτωπη με αυτήν τη συνθήκη είτε φυλάκισης είτε κράτησης και απομάκρυνσης εν τέλει από τη χώρα, η μετανάστρια φροντίστρια βρίσκεται υπό μόνιμο καθεστώς απειλής. Στην πράξη, η απειλή αυτή λειτουργεί ως μοχλός πίεσης και πειθαρχίας, υπό τον φόβο ότι οποιαδήποτε αντίδραση μπορεί να οδηγήσει σε καταγγελία στις αρχές και την έλευση των παραπάνω συνεπειών (Generation 2.0 and SolidarityNow, 2025, Milczarek-Desai and Sklar, 2023). Έτσι, η διεκδίκηση καλύτερων όρων εργασίας ή αναζήτηση άλλου εργοδότη καθίσταται εκ των συνθηκών δύσκολη έως ανέφικτη.

Η σημαντικότερη μεταβολή στη θεσμική μεταχείριση των μεταναστών στην Ελλάδα αφορά την κατάργηση της παροχής άδειας διαμονής μετά τη συμπλήρωση της επταετίας. Η κατάργηση της δυνατότητας νομιμοποίησης λόγω επταετίας αφαιρεί έναν από τους λίγους μηχανισμούς νομιμοποίησης, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα χρήσιμος για την αναγνώριση των μεταναστριών φροντιστριών που ήδη ζούσαν και εργάζονταν χρόνια στην Ελλάδα παρέχοντας φροντίδα (Ένωση Διοικητικών Δικαστών, 2025). Ιδίως στην περίπτωση των μεταναστριών φροντιστριών η εν λόγω διάταξη ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η ανάγκη των ηλικιωμένων σε υπηρεσίες φροντίδας έχει διαρκή χαρακτηριστικά και χτίζει μακροχρόνιες σχέσεις. Συνέπεια της ως άνω κατάργησης, η υπαγωγή των μεταναστριών σε ένα μόνιμο καθεστώς παρανομίας και διαρκούς επισφάλειας τις καταδικάζει να παραμένουν θεσμικά αόρατες και δομικά παγιδευμένες σε άτυπες θέσεις απασχόλησης, χωρίς προοπτική νομιμοποίησης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης και απασχόλησης. Παράλληλα, η ως άνω κατάργηση επηρεάζει και τον ίδιο τον φροντιζόμενο ηλικιωμένο, εντείνοντας την ευαλωτότητα καταδικάζοντάς τον σε μια ασταθή και έωλη συνθήκη παροχής φροντίδας και αποστερώντας από αυτόν και την οικογένειά του τη δυνατότητα μακροχρόνιας αντιμετώπισης της ανάγκης του σε φροντίδα.  

Συνεπώς, το θεσμικό περιβάλλον επιδρά στη σχέση φροντίστριας – φροντιζόμενου, δυνάμενο είτε να ανοίξει το δρόμο προς τη νομιμότητα είτε να σπρώξει περισσότερο την εν λόγω σχέση στο περιθώριο, βαθαίνοντας τις ταξικές, εθνοτικές, και έμφυλες ανισότητες, σε βάρος τόσο της διαβίωσης της φροντίστριας αλλά και της ποιότητας φροντίδας του φροντιζόμενου (Lee et al., 2025).  Η φροντίδα δεν μένει ανεπηρέαστη από τις μεταβολές της μεταναστευτικής πολιτικής, στον βαθμό που μεταναστευτικοί πληθυσμοί επιλέγουν τον τομέα αυτό για την απασχόλησή τους. Συνέπεια αυτού, η μεταναστευτική πολιτική αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον τομέα της φροντίδας και την αντιστοίχιση προσφοράς και ζήτησης, ενσωμάτωσης της ή μη στην τυπική  οικονομία και των συνθηκών παροχής της. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όταν ο νομοθέτης προτεραιοποιεί τις αναχωρήσεις μεταναστών περιορίζοντας τις νόμιμες οδούς παραμονής και εργασίας: α) εκδιώκει τις παράτυπα εισερχόμενες και διαμένουσες μετανάστριες αποστερώντας από το εργατικό δυναμικό ένα ζωτικό του κομμάτι ή β) σε περίπτωση που αυτές παραμείνουν στη χώρα παρέχοντας υπηρεσίες φροντίδας τις καταδικάζει σε ένα καθεστώς παρανομίας και υπό τη διαρκή απειλή απομάκρυνσής τους από τη χώρα υποδοχής. Αυτό στρέφεται εν τέλει σε βάρος των ίδιων των φροντιζόμενων που έχουν ανάγκη από παροχή φροντίδας σε μόνιμη, νόμιμη και ποιοτική βάση. Έτσι, η σχέση μεταξύ μεταναστευτικής πολιτικής και φροντίδας είναι αντιστρόφως ανάλογη: όσο η μεταναστευτική πολιτική αυστηροποιείται, τόσο η φροντίδα ελαστικοποιείται και ωθείται στη σκιά της οικονομίας, παρεχόμενη  υπό αβέβαιες συνθήκες, χωρίς εχέγγυα εργασιακής προστασίας των φροντιστριών και ποιότητας υπηρεσιών των φροντιζόμενων (Rosenfeld, 2021). 

Ωστόσο, είναι απολύτως σημαντικό να μην εξαντλήσουμε τη διαπραγμάτευση της μεταναστευτικής πολιτικής στο πλαίσιο της φροντίδας. Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος, η έμφαση στη φροντίδα να οδηγήσει σε έναν περαιτέρω διαχωρισμό ανάμεσα σε καλές μετανάστριες που φροντίζουν και χρήζουν θεσμικής προστασίας και λοιπούς μετανάστες που πρέπει να απομακρυνθούν (Nadasen, 2023). Με άλλα λόγια, η θεσμική προστασία και οι πολιτικές κοινωνικής ένταξης μεταναστών εδράζονται σε θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα ανεξάρτητα από τον κλάδο επαγγελματικής ενασχόλησης/δραστηριοποίησης. 

Αν και η προσέγγιση του μετανάστη ως θύτη είναι εμφανώς προβληματική για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η προσέγγιση της μετανάστριας (αποκλειστικά) ως θύματος είναι εξίσου προβληματική. Μένει στην ευαλωτότητα της θέσης της και την απογυμνώνει από την αναγνώρισή της ως εν δυνάμει νέου πολιτικού υποκειμένου, που παρά τις δεινές συνθήκες και θεσμικούς περιορισμούς αναπτύσσει καθημερινές πρακτικές επιβίωσης, δεσμούς συλλογικής και κοινωνικής ζωής και μικρο-στρατηγικές προσαρμογής,  κόντρα στις θεσμικές προβλέψεις και στα μέτρα καταστολής  (Ambrosini and Hajer, 2023, Lee et al., 2025). 

Μία τέτοια μορφή αντίστασης είναι η μετατόπιση προς τις αθέατες, άτυπες και ανεξέλεγκτες μορφές εργασίας όταν η πρόσβαση στην επίσημη αγορά αποκλείεται. Η κατ’ οίκον παροχή φροντίδας σε ηλικιωμένους, ιδίως από γυναίκες μετανάστριες χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα μιας τέτοιας στρατηγικής. Αν και αυτές οι σχέσεις εργασίας συχνά υποκρύπτουν σχέσεις εκμετάλλευσης και εξάρτησης, όπως είδαμε παραπάνω, που βρίθουν αντιφάσεων και αναπαράγουν έμφυλες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, ταυτόχρονα δύνανται να λειτουργήσουν ως πρώτο βήμα άτυπης κοινωνικής ένταξης και οιονεί αναγνώρισης, στο πλαίσιο της καθημερινής συμβίωσης και εμπιστοσύνης που καλλιεργείται στην οικιακή ιδιωτικότητα (Ambrosini and Hajer, 2023, Lyberaki, 2011). 

Με άλλα λόγια, το μεταναστευτικό φαινόμενο δεν μπορεί να ερμηνεύεται μόνο μέσα από τη θεσμική του αντιμετώπιση, διότι παράλληλα με το επίσημο δίκαιο, διαπιστώνεται ένα ζωντανό δίκαιο, άλλως ένα σύμπαν άτυπων κανόνων και πρακτικών που υπάρχει πέραν του επίσημου δικαίου και, αν και ζει στη σκιά του, συχνά το υπερβαίνει, το αμφισβητεί ή το συμπληρώνει. Έτσι, μέσα από την εμπειρική έρευνα του έργου θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε τους άτυπους εκείνους κανόνες που διαπλάθουν τις σχέσεις φροντιστριών–φροντιζόμενων εντός της οικιακής ιδιωτικότητας. Η ανάλυση των σχετικών απαντήσεων  μέσα από τη σκοπιά της Κοινωνιολογίας του Δικαίου θα μας επιτρέψει μέσα από τον τρόπο που τα υποκείμενα δικαίου βιώνουν το δίκαιο στην καθημερινή τους ζωή να αναδείξουμε τις εμπειρίες τους, έτσι ώστε να αποτελέσουν σημείο αναφοράς για κάθε μελλοντική αναθεώρηση, τόσο της μεταναστευτικής πολιτικής όσο και των πολιτικών φροντίδας (Milczarek-Desai & Sklar, 2023). Μέσα από το βίωμα αναμένεται να φανεί εάν οι κανόνες που αναπτύσσουν τα υποκείμενα υπηρετούν το κρατικό αφήγημα ή το αμφισβητούν, διαπλάθοντας ένα διαφορετικό συλλογικό φαντασιακό. Παράλληλα, η βιωματική αυτή διάσταση του δικαίου αναμένεται να αποκαλύψει τις αστοχίες και τα όρια της κρατικής θεσμοθέτησης, αλλά και τις άτυπες μέχρι τώρα πρακτικές που θα μπορούσαν να θεσμοθετηθούν μεταφραζόμενες από άτυπους σε τυπικούς κανόνες δικαίου. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει μια ανανοηματοδότηση του δικαίου, πέραν του τυπικού κρατικού κανονιστικού εαυτού του, αγκαλιάζοντας και την άτυπη κανονιστική εκδοχή του, που συνυπάρχει, αντιστέκεται ή συμπληρώνει το επίσημο δίκαιο.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Κοινωνική (και) Αλληλέγγυα Οικονομία (ΚΑΛΟ) μπορεί να αποτελέσει το όχημα οργάνωσης των διεκδικήσεων και συσπείρωσης των αντιστάσεων των μεταναστριών φροντιστριών, όσο και ένα πρώτο άνοιγμα προς τη νομιμότητα και μετατροπή της μέχρι τούδε άτυπης φροντίδας σε τυπική, αξιοπρεπή και ρυθμισμένη εργασία, απαντώντας στα αιτήματα των μεταναστριών φροντιστριών (π.χ. εκπαίδευσής τους ως προς ζητήματα φροντίδας και περίθαλψης τρίτης ηλικίας και ενημέρωσής τους γύρω από τα δικαιώματά τους, εισόδου στην τυπική οικονομία και νομιμοποίησης, προστασίας των εργασιακών τους δικαιωμάτων (Milczarek-Desai & Sklar, 2023), σταθμίζοντας ετεροκλητες ανάγκες μεταξύ των συμμετεχόντων στο οικοσύστημα φροντίδας μέσα από συμπεριληπτικά και δημοκρατικά διοικούμενα σχήματα.

Βιβλιογραφικές Αναφορές 

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία 

Ambrosini, M., & Hajer, M. H. J. (2023). Irregular migration: IMISCOE short reader. Springer Nature. https://link.springer.com/book/10.1007/978-3-031-30838-3#back-to-top

Aulenbacher, B., Décieux, F., & Riegraf, B. (2018). The economic shift and beyond: Care as a contested terrain in contemporary capitalism. Current Sociology, 66(2), 517–530. https://doi.org/10.1177/0011392118765257

Bakker, I., & Gill, S. (2003). Ontology, method, and hypotheses. In I. Bakker & S. Gill (Eds.), Power, production and social reproduction: Human in/security in the global political economy (pp. 17–41). Palgrave Macmillan.

Baraitser, L. (2017). Enduring time. Bloomsbury Publishing.

Baraitser, L. (2018). Postmaternal, postwork and the maternal death drive. In Refiguring the postmaternal (pp. 11–27). Routledge.

Benston, M. (1997 [1969]). The political economy of women’s liberation. In R. Hennessy & C. Ingraham (Eds.), Materialist feminism: A reader in class, difference, and women’s lives (pp. 17–23). Routledge.

Benería, L. (2008). The crisis of care, international migration, and public policy. Feminist Economics, 14(3), 1–21. https://doi.org/10.1080/13545700802081984

Bettio, F., Simonazzi, A., & Villa, P. (2006). Change in care regimes and female migration: The ‘care drain’ in the Mediterranean. Journal of European Social Policy, 16(3), 271–285. https://doi.org/10.1177/0958928706065598

Bezanson, K. (2006). Gender, the state, and social reproduction: Household insecurity in neo-liberal times.University of Toronto Press.

Bhattacharya, T. (2017a). Introduction: Mapping social reproduction theory. In T. Bhattacharya (Ed.), Social reproduction theory: Remapping class, recentering oppression (pp. 1–28).Pluto Press.

Bhattacharya, T. (2017b). How not to skip class: Social reproduction of labor and the global working class. In T. Bhattacharya (Ed.), Social reproduction theory: Remapping class, recentering oppression (pp. 29–60).Pluto Press.

Bhattacharya, T., Farris, S., & Ferguson, S. (2022). Social reproduction feminisms. In B. Skeggs, S. R. Farris, A. Toscano, & S. Bromberg (Eds.), The SAGE handbook of Marxism, Vol. 3 (pp. 45–67). SAGE Publications Ltd.

Blackberry, I., et al. (2025). What is the care economy? A scoping review on current evidence, challenges, facilitators and future opportunities. Frontiers in Public Health, 13, 1540009.

Brenner, J., & Laslett, B. (1991). Gender, social reproduction, and women’s self-organization: Considering the U.S. welfare state. Gender & Society, 5(3), 311–333.

Collins, J. L. (2019). Women and the environment: Social reproduction and sustainable development. In R. S. Gallin & A. Ferguson (Eds.), The women and international development annual, Volume 2. Routledge.

Dalla Costa, M. (1972). Women and the subversion of the community. In The Commoner (2012), Care work and the commons, 15. https://thecommoner.org/back-issues/issue-15-winter-2012/

Davis, A. Y. (1981). Women, race & class.Vintage.

Dengler, C., & Lang, M. (2022). Commoning care: Feminist degrowth visions for a socio-ecological transformation. Feminist Economics, 28(1), 1–28.

Dengler, C., Völkle, H., & Ware, S. (2025). Time and space for social-ecological transformation: Care-full commoning in and beyond the ecofeminist city. Environmental Politics, 34(5), 861–881.

Dowling, E. (2021). The care crisis: What caused it and how can we end it? Verso.

Doyle Griffiths, K. (2020). Labor valorization and social reproduction: What is valuable about the labor theory of value? CLCWeb: Comparative Literature and Culture, 22(2).

Farris, S. R. (2025). Towards a critique of care fetishism: Social reproduction feminism and the ethics of care. Feminist Theory, 0(0). https://doi.org/10.1177/14647001251376299

Farris, S. R., & Marchetti, S. (2017). From the commodification to the corporatization of care: European perspectives and debates. Social Politics: International Studies in Gender, State & Society, 24(2), 109–131. https://doi.org/10.1093/sp/jxx003

Federici, S. (1974). Wages against housework. In The Commoner (2012), Care work and the commons, 15. https://thecommoner.org/back-issues/issue-15-winter-2012/

Federici, S. (2019a). Social reproduction theory: History, issues and present challenges. Radical Philosophy, 204, 55–57.

Ferguson, S. (2016). Intersectionality and social-reproduction feminisms. Historical Materialism, 24(2), 38–60.

Ferguson, S. (2020). Women and work: Feminism, labour and social reproduction. Routledge.

Fernandes, M., Lupo, L., Benya, A., Dedeoğlu, S., Mezzadri, A., & Prügl, E. (2023). Social reproduction, women’s labour and systems of life: A conversation. Dialogues in Human Geography, 13(3), 473–483. https://doi.org/10.1177/20438206231164983 

Fisher, B., & Tronto, J. C. (1990). Toward a feminist theory of caring. In E. K. Abel & M. K. Nelson (Eds.), Circles of care: Work and identity in women’s lives (pp. 35–62). State University of New York Press.

Folbre, N. (1995). Holding hands at midnight: The paradox of caring labor. Feminist Economics, 1(1), 73–92.

Fortunati, L. (1995 [1981]). The arcane of reproduction: Housework, prostitution, labor and capital. Autonomedia.

Fraser, N. (2017). Crisis of care? On the social-reproductive contradictions of contemporary capitalism. In T. Bhattacharya (Ed.), Social reproduction theory: Remapping class, recentering oppression. Pluto Press. https://doi.org/10.2307/j.ctt1vz494j

Fraser, N. (2023). Cannibal capitalism: How our system is devouring democracy, care, and the planet—and what we can do about it. Verso.

Gemy, E., & Feta, B. (2025). Migration trends in Greece: Key developments and challenges in 2023–2024 (Working Paper No. 131). Hellenic Foundation for European & Foreign Policy (ELIAMEP). https://www.eliamep, https://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2025/03/Working-paper-131-SOPEMI-1.pdf 

Generation 2.0, & SolidarityNow. (2025). Revealing the unseen: Vulnerable migrant workers. https://www.solidaritynow.org/wp-content/uploads/2025/02/Joint-Research_Revealing-the-Unseen-ENG.pdf

Gonzalez, M., & Neton, J. (2014). The logic of gender: On the separation of spheres and the process of abjection. In A. Pendakis, J. Diamanti, N. Brown, J. Robinson, & I. Szeman (Eds.), The contemporary Marxist theory: A reader (pp. 149–174). Bloomsbury.

Gottschall, K. (2023). The interaction of gender regimes and long-term care provision across Europe: Ambivalent intersections of gender, class and ethnicity. Women’s Studies International Forum. Advance online publication. https://doi.org/10.1016/j.wsif.2023.102745

Guérin, I., Hillenkamp, I., & Verschuur, C. (2021a). Social reproduction: A key issue for feminist solidarity economy. In C. Verschuur, I. Guérin, & I. Hillenkamp (Eds.), Social reproduction, solidarity economy, feminisms and democracy: Latin America and India. Cham, Palgrave Macmillan.

Hall, S. M. (2020). Social reproduction as social infrastructure. Soundings, 76, 82–94.

Hankivsky, O. (2014). Rethinking care ethics: On the promise and potential of an intersectional analysis. American Political Science Review, 108(2), 252–264. https://doi.org/10.1017/S0003055414000094

He, Q. F., Chen, X. Y., Cai, J. Y., et al. (2025). Moral conflicts in home-based care: A meta-synthesis of qualitative research. BMC Medical Ethics, 26, 157. https://doi.org/10.1186/s12910-025-01303-4 

Hester, H., & Stronge, W. (2025). Post-work: What it is, why it matters and how we get there. Bloomsbury Publishing.

Hochschild, A. R. (2014). Global care chains and emotional surplus value. In D. Engster & T. Metz (Eds.), Justice, politics and the family (pp. 130–146). Routledge. https://doi.org/10.4324/9781315633794-21

Jaffe, A. (2020). Social reproduction theory and the socialist horizon: Work, power and political strategy. Pluto Press.

Jetté, C., Vaillancourt, Y., & Lenzi, C. (2023). Care and home support services. In I. Yi et al. (Eds.), Encyclopedia of the social and solidarity economy (pp. 187–193). Edward Elgar Publishing. https://www.elgaronline.com/display/book/9781803920924/book-part-9781803920924-38.xml

Katz, C. (2001). Vagabond capitalism and the necessity of social reproduction. Antipode, 33, 709–728.

Lee, C. S., Tan, J. S. Y., Goh, S. Y., Ho, K. H. M., Chung, R. Y., Chan, E. Y., et al. (2025). Experiences of live-in migrant caregivers providing long-term care for older adults at home: A qualitative systematic review and meta-ethnography. International Journal of Nursing Studies, 164, 105019. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/39965464/

Lebowitz, M. A. (1991). Beyond capital: Marx’s political economy of the working class. Palgrave-Macmillan.

Lyberaki, A. (2011). Migrant women, care work, and women’s employment in Greece. Feminist Economics, 17(3), 103–131. https://doi.org/10.1080/13545701.2011.583201

Mezzadri, A. (2019). On the value of social reproduction: Informal labour, the majority world and the need for inclusive theories and politics. Radical Philosophy, 204, 33–41.

Milczarek-Desai, S., & Sklar, T. (2023). Immigrant workers’ voices as catalysts for reform in the long-term care industry. Arizona State Law Journal, 55, 891–949. https://arizonastatelawjournal.org/wp-content/uploads/2023/12/Milczarek-Desai_55.3_Pub.pdf

Mol, A. (2008). The logic of care: Health and the problem of patient choice. Routledge.

Munro, K. (2019). ‘Social reproduction theory,’ social reproduction, and household production. Science & Society, 83(4), 451–468. https://doi.org/10.1521/siso.2019.83.4.451

Nadasen, P. (2023). Care: The highest stage of capitalism. Haymarket Books.

Rey-Araújo, P. M. (2023). Social reproduction theory and the capitalist ‘form’ of social reproduction. New Political Economy, 29(3), 432–446.

Rosenfeld, S. A. (2021). Consider the caregivers: Reimagining labor and immigration law to benefit home care workers and their clients. Boston College Law Review, 62, 315–355. https://bclawreview.bc.edu/articles/77/files/639ad307bff41.pdf 

Rosina, M. (2024). Criminalising migration: The vicious cycle of insecurity and irregularity. Social Sciences, 13(10), 529. https://doi.org/10.3390/socsci13100529

Sanchez, I. G. (2023). Care commons: Infrastructural (re)compositions for life sustenance through yet against regimes of chronic crisis. Urban Studies, 60 (12), 2456–2473.

Silberzahn, L. (2024). Care, ecology, and the crisis of eco-social reproduction: Politicizing more-than-human care. Hypatia, 39(4), 711–731. https://doi.org/10.1017/hyp.2024.16

Stumpf, J. P. (2006). The crimmigration crisis: Immigrants, crime and sovereign power. American University Law Review, 56(2), 367–419. https://digitalcommons.wcl.american.edu/aulr/vol56/iss2/3

Tronto, J. (2013). Caring democracy: Markets, equality, and justice. New York University Press.

Velotti, L., & Cigna, L. M. (2024). The caring classes: A socio-demographic and occupational analysis of caring values. The Sociological Review, 72(6), 1211–1239.

Vogel, L. (2013 [1983]). Marxism and the oppression of women: Toward a unitary theory. Brill.

Weeks, K. (2011). The problem with work: Feminism, Marxism, antiwork politics, and postwork imaginaries. Duke University Press.

Yeates, N. (2012). Global care chains: A state-of-the-art review and future directions in care transnationalization research. Global Networks, 12(2), 135–154. https://doi.org/10.1111/j.1471-0374.2012.00344

 

 

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

Ένωση Διοικητικών Δικαστών. (2025, Αύγουστος 28). Υπόμνημα 114ο επί του νομοσχεδίου με τίτλο “Αναμόρφωση πλαισίου και διαδικασιών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών – Λοιπές ρυθμίσεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου”. https://www.edd.gr/index.php/currentaffairs/memos/455-ypomnima-enosis-dioikitikon-dikaston-gia-metanasteftiko-nomosxedio

Κούκη, Χ., Μαλαμίδης, Χ., & Χατζηδάκης, Α. (2024). Η κοινωνική οργάνωση της φροντίδας στην Ελλάδα. Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ. https://gr.boell.org/sites/default/files/2024-12/02_care.pdf

Μουσούρου, Ε. (2002). Οικογένεια και Κράτος Πρόνοιας: Τάσεις και προοπτικές. Στο Λ.Μαράτου Αλιπραντη (επιμ.), Οικογένειες και Κράτος Πρόνοιας στην Ευρώπη (23-33). Gutenberg

Ουζούνη, Δ. (2020). Ο μετανάστης ως θύμα και ως θύτης του εγκλήματος: Μια εγκληματολογική προσέγγιση (Μεταπτυχιακή διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή). https://ikee.lib.auth.gr/record/319261

Φαρδούλη, Α. (2021). Πρόσφυγες και εγκληματικότητα (Διδακτορική διατριβή, Νομική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης). https://repo.lib.duth.gr/jspui/bitstream/123456789/17104/4/FardouliA_2021.pdf